αγγελος μιχαηλ σπάρταλης

Ο άγνωστος χρόνος



ΑΘΗΝΑ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1998



μυθιστόρημα




Πληροφορίες


    Το μυθιστόρημα "ο άγνωστος χρόνος" γράφτηκε από το καλοκαίρι του 1996 ως τον Οκτώβρη του 1998, στην Αθήνα, στην Κρήτη και στο Καστελόριζο. Τα σχεδιάκια που συνοδεύουν το κείμενο, έγιναν όλα μαζί σε τρία λεπτά της ώρας, μια νύχτα του Οκτώβρη του 1998, όταν γίνονταν οι τελικές διορθώσεις στο κείμενο. Το μυθιστόρημα δεν έχει εκδοθεί και παρουσιάζεται αποκλειστικά στο Internet. Στην σελίδα αυτή υπάρχει ολόκληρο το κείμενο, χωρίς περικοπές. Για να μεταφερθείτε στα περιεχόμενα κάντε κλίκ εδώ.





Αποσπάσματα

   [..Τότε μια λάμψη κάλυψε τη μορφή της Μαρίας κι ένα σύννεφο λευκού καπνού με τη συνοδεία παραδοσιακής δημοτικής μουσικής έφερε τέσσερις βόλτες πάνω από το κεφάλι της. Ένας κεραυνός που εξαπολύθηκε από το κέντρο του σύννεφου προς τη φωτεινή μάζα, που κάποτε ήταν η αδελφή μου, μας κατατρόμαξε και αμέσως, ένα πράσινο βατραχάκι που βρέθηκε στο κέντρο της καταιγίδας είπε με τη δική της φωνή: "Δεν είναι αστεία αυτά!"
   
Ο πατέρας μου είχε πεθάνει (για την ακρίβεια ξανά-πεθάνει) στο γέλιο κι εγώ με την θεία Χάρη αν και μισογελάσαμε, είχαμε στ΄αλήθεια σαστίσει. Το συννεφάκι έφερε πάλι τις βόλτες του, αυτή τη φορά γυρνώντας προς την αντίθετη κατεύθυνση κι ένας νέος κεραυνός, που μας τάραξε ξανά τα νεύρα, επανέφερε τη Μαρία στην αρχική της ανθρώπινη μορφή...] κεφάλαιο ( 1 ), παράγραφος ( θ )


[...Ώσπου το σώμα μου τρέμει και το περίβλημα μου
Η ανθρώπινή μου μορφή καταποντίζεται
Ενώ ακόμα υπάρχω σαν εικόνα και ομοίωση
Στην πραγματικότητα έχω συγκεντρωθεί σε μια μοναδική κουκίδα,

Απ΄ όπου με λάμψεις αναβλύζει το φως
Με καμπύλες τροχιές που κυκλώνουν και τρυπούν και το δικό σου κορμί
Που τρέμει και αυτό και με τη σειρά του καταποντίζεται
Με βοή και χορό...] κεφάλαιο ( 2 ), παράγραφος ( β )



    [...
Ο άνθρωπος πεθαίνει κάθε χρόνο, κάθε μήνα, καθημερινά και κάθε στιγμή μία από τις ζωές του πεθαίνει και μία άλλη συνεχίζει να ζει γεννώντας δύο κόσμους, εκείνο τον κόσμο που περιέχει τον πεθαμένο άνθρωπο και τον άλλο κόσμο που περιέχει το ζωντανό άνθρωπο. Θρηνούμε το θάνατο των άλλων και εκείνοι θρηνούν το δικό μας θάνατο την ίδια στιγμή, με την ψευδαίσθηση ότι κάποιοι είναι ζωντανοί, ενώ οι άλλοι νεκροί. Κανένας δεν πεθαίνει μόνο μία φορά....] κεφάλαιο ( 3 ), παράγραφος ( α )





Περιεχόμενα

Image64.gif (7715 bytes)
1. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
α. ΚΛΑΚ - ΚΛΑΚ!
β. ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
γ. ΤΟ ΨΥΓΕΙΟ ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΑΚΑΛΙΑΡΟ
δ. ΤΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ
ε. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ
ζ. Η ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΕΚΠΟΜΠΗ
η. ΚΛΑΚ! - ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΘΕΩΡΗΜΑ ΤΟΥ ΦΕΡΜΑ
θ. Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ ΤΟ ΒΑΤΡΑΧΑΚΙ
ι. ΟΛΟΙ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΤΕ (χε,χε!)



Image64.gif (7715 bytes)
2. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
α. ΤΑΚΤΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
β. Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΜΗΧΑΝΟΒΙΟΣ
γ. Ο ΥΠΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΞΥΠΝΙΟΣ
δ. ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ
ε. Η ΑΠΑΓΩΓΗ

ζ. ΣΤΟ ΛΟΓΟ ΜΟΥ! και δεν ξαναμιλάω
η. Πρόταση γάμου
θ. Ο χορός της κοιλιάς
ι. Ευχόμουν αντίθετα στη θέληση του σύμπαντος!



Image64.gif (7715 bytes)
3. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
α. Η ΟΠΤΙΚΗ ΙΝΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
β. Συζήτηση μεταξύ αδελφών
γ. Το τριήμερο μεθύσι
δ. Η παρθενιά
ε. Ο χορός
ζ. Οι γάμοι
η. Το σχέδιο
θ. Φινάλε
ι. Το σύνθημα


 


 

 

Image123.gif (2307 bytes)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image125.gif (1207 bytes)

ΚΛΑΚ - ΚΛΑΚ!

- "Αλήτη, γουρούνι, μου ΄χεις καταστρέψει τη ζωή!", του είπε κρατώντας τον σφικτά από τους ώμους και κλάκ-κλάκ του άστραψε δύο χαστούκια!

Τίποτα δεν δικαιολογούσε την αντίδρασή της. Βλέπαμε μαζί τηλεόραση, οι δυο τους ήταν αγκαλιασμένοι στον καναπέ κι εγώ καθόμουν στο καροτσάκι μου, όταν ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε εκείνη και αμέσως φώναξε "Πώς; Τι; Απίστευτο!". Εκείνος σηκώθηκε όρθιος, ενώ εγώ ατάραχη, συνηθισμένη στις υπερβολές και στις υστερίες της, δεν αντέδρασα. Έκανε το λάθος και την πλησίασε τη στιγμή που εκείνη κατέβαζε οργισμένη το ακουστικό του τηλεφώνου.

- "Έγινε τίποτα αγάπη μου;" τη ρώτησε με αφέλεια.

Τότε τον έπιασε από τους ώμους και με τα γαλάζια της μάτια του ΄ριξε δυο κεραυνούς!

- "Αλήτη, γουρούνι ....", του είπε και κλακ-κλακ του άστραψε τα δύο χαστούκια!

- "Μα αγάπη μου, τι έγινε;", απόρησε εκείνος.

- "Κάνεις τον αδιάφορο ε!", του φώναξε και κλάκ κι άλλο χαστούκι.

- "ΜΑ δεν ...."

- "Σκάσεεε!" , ούρλιαξε κι άρχισε να τον σπρώχνει προς την εξώπορτα.

Εκείνος προσπάθησε ν΄ αντισταθεί.

- "Δεν είναι αλήθεια!", έλεγε και ξανάλεγε σε μια διαδικασία που κράτησε περίπου δύο λεπτά, ώσπου τον έβγαλε μια για πάντα έξω από την πόρτα του σπιτιού μας.

- "Ήθελες και γκόμενες, ε!", τον φοβέρισε στα τελευταία και ταυτόχρονα του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα.

Στάθηκε για λίγο έξω, στο χαλάκι, χωρίς να χτυπήσει το κουδούνι. Έπειτα έβαλε μπρός το αυτοκίνητό του και χάθηκε.

- "Τι ηλίθιος άντρας!", είπε εκείνη και γέλασε, "έπρεπε να τον είχα χωρίσει νωρίτερα....."

Ώσπου το γέλιο της έγινε με μιας πικρό. Ξέσπασε σε λιγμούς, γονατιστή με το κεφάλι της ακουμπισμένο πάνω στα νεκρά μου πόδια. Έκλαιγε μ΄ αυτόν τον τρόπο για πολύ ώρα. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και το μοναδικό φως ήταν εκείνο της τηλεόρασης. Ο καπνός από το τσιγάρο μου σχημάτιζε σύννεφα στον αέρα. Μέσα στο κουτί της τηλεόρασης, το πυρπολημένο οχυρό παραδιδόταν στις φλόγες, σε μια κακογυρισμένη καουμπόικη περιπέτεια.

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image127.gif (1296 bytes)

ολοκληρωτική οικολογική καταστροφή

Σκέφτομαι ότι κάποτε στον πλανήτη Γη, η στεριά θα ήταν κάρβουνο και η θάλασσα ένα καστανόξανθο μείγμα από έλαια και πετρελαιοειδή. Η θερμοκρασία θα ήταν αυξημένη, το διοξείδιο του άνθρακα κυρίαρχο στην ατμόσφαιρα και η ραδιενέργεια στα ύψη. Στη στεριά δε θα υπήρχε ζωή, ενώ αντίθετα στο πλούσιο ζωικό βασίλειο της θάλασσας θα επικρατούσαν νοήμονα όντα με αναπτυγμένο πολιτισμό που τη μορφή τους φαντάζομαι σαν την κηλίδα του πετρελαίου στη θάλασσα.

Οι κηλίδες αυτές λαμβάνοντας από τον ήλιο ποσότητες υπέρυθρης ακτινοβολίας, θα ενεργοποιούσαν τα ουσιώδη δομικά τους στοιχεία, που με συνεχείς διασπάσεις και ανασυνθέσεις του εαυτού τους, θα παρήγαγαν χημική ενέργεια, απαραίτητη για την επιβίωσή τους. Θα ήταν τρισεκατομμύρια στον αριθμό και θα έμοιαζαν με ένα διπλό υμένα, σαν ένα τεράστιο προφυλακτικό, στο εσωτερικό του οποίου ιδανικές συνθήκες θα επέτρεπαν την ελεγχόμενη εξέλιξη χημικών αντιδράσεων.

Φαντάζομαι τις κηλίδες να ανταλλάσσουν ποσά ηλεκτρικής ενέργειας και ραδιενέργειας, και να εξελίσσουν μ΄ αυτόν ακριβώς τον τρόπο μια ισχυρή γλώσσα επικοινωνίας και προσωπικής σκέψης. Με γνώση της μορφής του πλανήτη, αλλά και ολόκληρου του σύμπαντος. Μ΄ έναν πολιτισμό που θα ήταν ουσιαστικά χημικός, να αναπτύσσουν τα μαθηματικά και τη φυσική.

Ονειρεύομαι τις κηλίδες να κάνουν τέχνη, να διψάνε για δόξα, ενέργεια, ταχύτητα, έρωτα και να καταλήγουν στην αυτοκαταστροφή. Να πολεμούν και να πεθαίνει ο αδελφός από τον αδελφό του, να κάνουν ανεξέλεγκτη χρήση της δύναμής τους και να οδηγούν το περιβάλλον στην ολοκληρωτική οικολογική καταστροφή.

Βλέπω βαθιά στη θάλασσα να δημιουργείται νερό και στην ατμόσφαιρα αέρια όπως το οξυγόνο και το άζωτο. Τη θερμοκρασία του πλανήτη να μειώνεται και την παρουσία στην στεριά αλατογενών πετρωμάτων. Τέλος, βλέπω τη δημιουργία του όζοντος, του πιο καταστροφικού στρώματος της ατμόσφαιρας που δεσμεύει τις υπέρυθρες ακτινοβολίες του ήλιου, την πηγή ζωής του πολιτισμού των κηλίδων.

Το γένος των κηλίδων εξαφανίζεται οριστικά και νέες μορφές ζωής εξελίσσονται στον πλανήτη. Οι ιοί, παράγοντας ένζυμα, διασπούν τα πετρελαιοειδή και τα έλαια της θάλασσας στην οποία το νερό κυριαρχεί. Οι μονοκύτταροι οργανισμοί απορροφούν τα ποσά της ραδιενέργειας και μεταλλάσσονται τόσο γρήγορα, ώστε να δημιουργούν χιλιάδες νέα είδη ζωής ανά μονάδα χρόνου. Οι οργανισμοί εξελίσσονται σε πολυκύτταρους και η εικόνα της Γης γίνεται τρομακτική, αφού ο πλανήτης αλλάζει ραγδαία μορφή, σαν ένα φίλμ που παίζεται γρήγορα.

Στην οικολογική καταστροφή προστίθενται τα φυτά και τα ζώα που μπορούν, παρά την έλλειψη υπέρυθρης ακτινοβολίας και ραδιενέργειας, να ζουν και να αναπτύσσονται ομαλά πάνω στη Γη, που θυμίζει πια σκουπιδότοπο. Στη στεριά μόνο χώμα, πέτρες, πράσινα χόρτα και φυτά, λουλούδια και ψηλά δέντρα. Σκουλήκια, έντομα, καρποί και φρούτα σε μεγάλες ποσότητες. Μια αβάσταχτη πολυχρωμία και σ΄όλα αυτά ο γαλάζιος ουρανός, τα λευκά σύννεφα γεμάτα και αυτά με νερό και το στρώμα του όζοντος με όλες του τις καταστροφικές συνέπειες.

Βλέπω ζώα φρικτά στην όψη να περιφέρονται σαν χαμένα στη στεριά και στη θάλασσα, ενώ αργότερα να εμφανίζονται και τα πουλιά στον αέρα. Μένει μόνο η ανάμνηση της Γης. Μιας Γης που δεν έχει για λίγο να επιδείξει τίποτα το μεγαλειώδες.

Βέβαια, "η ζωή συνεχίζεται…" και όπως φαίνεται, η κόλαση του ενός, μπορεί να γίνει ο παράδεισος του άλλου!

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image129.gif (1241 bytes)

το ψυγείο με τον μπακαλιάρο

Η Μαρία κι εγώ, γεννηθήκαμε από την ίδια μητέρα χωρίς να ΄μαστε στ΄αλήθεια αδελφές. Αυτό έγινε γιατί εγώ δεν ήρθα στον κόσμο σαν αποτέλεσμα μιας φυσιολογικής τεκνοποίησης, αλλά σαν την επανόρθωση μιας αδικίας. Στην πραγματικότητα γεννήθηκα αγοράκι, από πατέρα ναυτικό και μητέρα υπηρέτρια, που δούλευε ολόκληρη την ημέρα για να μπορέσει να με μεγαλώσει, ενώ ο πατέρας μου ταξίδευε συνεχώς. Ήμουνα στην ηλικία των τριών ετών, όταν η ζωή μου άλλαξε κατεύθυνση.

Η μοναξιά είχε κυριαρχήσει στην παιδική ψυχή μου. Φοβήθηκα μ΄ έναν τρόπο, που μόνο τα παιδιά μπορούν να φοβηθούν και κατέληξα στο ακόλουθο συμπέρασμα: Δεν ήταν δυνατόν να υπάρχουν στον κόσμο στερημένοι, φτωχοί και αμόρφωτοι, καταπονημένοι κι αβοήθητοι, άνθρωποι χωρίς καμία προοπτική και κανένα όραμα και τέλος πάντων, αφού τέτοιοι άνθρωποι ήταν οι γονείς μου, γιατί να έχουν κι εμένα να αναθρέψουν. Γιατί να είμαι το βάρος που τους στέκεται εμπόδιο στο να εξαθλιωθούν οριστικά και ξένοιαστα. Τι είχα πάθει, και πια κατάρα κουβαλούσα; Γιατί να έχω αυτούς τους γονείς και όχι κάποιους άλλους, πιο καλούς και οικονομικά αποκαταστημένους, ε;

Έτσι σκέφτηκα εκείνο το απόγευμα, γιατί παρακολουθούσα συστηματικά τις ειδήσεις της τηλεόρασης επί δύο εβδομάδες και σαν αποτέλεσμα αυτού το μυαλό μου παρήγαγε μόνο μαλακίες. Ο Θεός, που τα παρακολουθεί όλα, με άκουσε που σκέφτηκα τόσο κακά πραγματάκια για τους γονείς μου και αντί να τους κάνει να αγαπηθούν ξανά, να μορφωθούν και να πλουτίσουν, μ΄ ένα τσακ του χεριού του, αποφάσισε να με τιμωρήσει. Δεν μου πέφτει εμένα λόγος να σχολιάσω αυτή την απόφαση του Θεού, αλλά να, όπως και να το κάνουμε, ήμουνα μόλις τριών ετών, μπορούσε να μου “τη χαρίσει” προσωρινά. Τέλος πάντων, μου έκαψε την τηλεόραση, το μοναδικό σύντροφό μου, το μαγικό κουτάκι που μου κρατούσε παρέα και θα έμενα από εκεί και πέρα τελείως μόνος, αν δεν επαναστατούσα.

“Έτσι είστε όλοι;”, είπα από μέσα μου και αποφάσισα να θέσω ένα τέλος σ΄αυτή την αδικία με ατομική πρωτοβουλία και να τους εκδικηθώ όλους. “Θα πεθάνω!”, φώναξα δυνατά για να ανακοινώσω την απόφαση μου και κατευθύνθηκα προς το ψυγείο. Άνοιξα την πόρτα του και με δυσκολία σκαρφάλωσα στο δεύτερο ράφι, αφού πρώτα πέταξα στο πάτωμα ένα μπακαλιάρο που μου στάθηκε εμπόδιο. Τράβηξα την πόρτα του ψυγείου να κλείσει και περίμενα μέσα σ΄αυτό τουρτουρίζοντας να συμβεί το μοιραίο εξαιτίας του ψύχους. Μάταια όμως γιατί κάθε τρεις και λίγο, το ψυγείο άνοιγε μόνο του την πόρτα για να μη μ΄ αφήσει να πραγματοποιήσω το σκοπό μου και είναι ίσως περιττό να αναφέρω από Ποιόν έπαιρνε οδηγίες. Το θέμα είχε εξελιχθεί σε προσωπική κόντρα μεταξύ εμένα που θεωρούσα τον εαυτό μου, τόσο αδικημένο από θεούς και ανθρώπους που έπρεπε να πεθάνω και του Θεού, που αγαπάει όλα τα πλάσματα του κόσμου, ακόμη κι εμένα και θέλει να μας βλέπει να προσπαθούμε να βελτιωθούμε και όχι να τα παρατάμε.

“Άντε, βγες έξω και κάνε την πάπια!”, σκέφτηκα όταν είδα τα στοιχεία της φύσης, όπως την τηλεόραση και το ψυγείο να συνωμοτούν εναντίον μου. Πραγματικά, πήδηξα με τσαχπινιά από το δεύτερο ράφι του ψυγείου, πλήρως μετανιωμένος και έτοιμος να αντιμετωπίσω τη ζωή κατά μέτωπο. Αποφασισμένος να δεχτώ για πάντα τους γονείς μου σαν πλάσματα του Θεού με ανεκτίμητη αξία και το σπουδαιότερο, ταγμένα να με αναθρέψουν με τα πιο ταπεινά μέσα, αλλά και τα πιο μεγαλειώδη αισθήματα!

Όμως, η γκαντεμιά παραφυλάει και πατώντας το ποδαράκι μου στο πάτωμα, τσούκ! γλιστράω πάνω στον μπακαλιάρο. Ο μπακαλιάρος αυτός είχε βέβαια λάβει εντολή να φύγει από τα πόδια μου, αλλά κι εγώ, αν ήμουνα παστός μεζές αντί να βολτάρω στους ωκεανούς, θα τσαντιζόμουνα και θα έβρισκα την ευκαιρία, όταν όλοι θα ΄ταν απασχολημένοι με κάποιον άλλο, να κάνω τη ζαβολιά μου. Γλιστράω λοιπόν και πετάγομαι με μιας έξω από το ανοικτό παράθυρο της κουζίνας, σαν μπαλόνι που ξεφουσκώνει απότομα και επιβεβαιώνει με την κίνησή του όλους τους νόμους του Νεύτωνα για την ορμή και την ενέργεια.

Μετά από τρεις τούμπες που θα τις ζήλευε κάθε αθλητής των καταδύσεων, έσκασα σε μια μεγάλη γλάστρα, στο μπαλκόνι της δεσποινίδας που έμενε κάτω από μας. Τι έπρεπε να γίνει τώρα! Δεν έπρεπε να πεθάνω, αφού εγώ το φουκαριάρικο μόλις είχα αναθεωρήσει και ήμουνα έτοιμος ν΄ αλλάξω τη στάση μου απέναντι στη ζωή. Τους γονείς μου τους είχα αγαπήσει ξανά και χωρίς την τηλεόραση θα χρειαζόταν να περάσει πολύς καιρός, ώσπου να τους αμφισβητήσω και πάλι. Γιατί να πεθάνω στο άνθος της προσχολικής μου ηλικίας;

Ήταν προφανές ότι υπήρχε ένα πρόβλημα, μια αδικία εναντίον μου που ευτυχώς για μένα επανορθώθηκε, με τέτοιο τρόπο, που κι εγώ πήρα την δεύτερη ευκαιρία που ζητούσα, αλλά και κανένας δεν μας πήρε χαμπάρι.

Η δεσποινίδα που είχε στο μπαλκόνι της τη γλάστρα ήταν φοιτήτρια της γαλλικής φιλολογίας. Τη στιγμή που έσκασα στο χώμα μέσα στη γλάστρα, πέταξα μια λάμψη, σαν λαμπάκι που καίγεται κι αμέσως μεταμορφώθηκα σε λουλουδάκι. Μόνιμος κάτοικος σ΄εκείνο το μέρος, ήταν ένας βασιλικός που ευτυχώς δεν αντιλήφθηκε τίποτα, γιατί τον είχε πάρει ο ύπνος και ονειρευόταν ένα επεισόδιο του STAR TREK. Έπεσα σε μια σκηνή μάχης με όπλα LAISER κι έτσι ο ήχος και η λάμψη μου του φάνηκαν σαν μέσα από το όνειρο. Η δεσποινίδα όμως κάτι άκουσε και βγήκε στο μπαλκόνι να ελέγξει την κατάσταση. Παρατήρησε το βασιλικό που είχε σουφρώσει από την αγωνία του, καθώς στο όνειρό του εκείνη τη στιγμή κέρδιζαν έξι τέσσερα (6-4) στις βολές οι κακοί. Αποφάσισε να βάλει τη γλάστρα μέσα στο διαμέρισμα, μήπως και συνεφέρει το φουκαρά το βασιλικό. “Δυστυχώς ο αέρας μού καταστρέφει τα φυτά” , είπε σ΄ ένα ευγενικό αγόρι που καθόταν σταυροπόδι στο σαλονάκι κι έπινε τον καφέ του. Εκείνος σηκώθηκε και πλησίασε τη δεσποινίδα, που έκλεισε την πόρτα κι έσκυψε ν΄ ακουμπήσει τη γλάστρα στο πάτωμα.

Εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκε την παρουσία μου μέσα στη γλάστρα, στη βάση του βασιλικού και θέλησε να με μυρίσει γιατί ήμουνα πραγματικά πολύ όμορφο για λουλουδάκι και γεμάτο υποσχέσεις για ένα ξεχωριστό άρωμα. Έσκυψε λοιπόν ακόμη περισσότερο, με τα γόνατα ακουμπισμένα ορθάνοικτα στο πάτωμα και το λαιμό τεντωμένο σαν πορτραίτο του Μοντιλιάνι, για να γευτεί το άρωμά μου.

Σ΄αυτήν ακριβώς τη στάση και με τη βοήθεια του ευγενικού νεαρού, συντελέστηκε η ερωτική πράξη, σαν αποτέλεσμα της οποίας εμφανίστηκα εγώ, εννέα μήνες αργότερα. Παρουσιάστηκα στον κόσμο σαν νεογέννητο κοριτσάκι με αναπηρία στα πόδια. Δε θα ήμουνα ποτέ σε θέση να περπατήσω κι αυτό θέλω να πιστεύω, πως ήταν συμπτωματικό και όχι καμια κανούρια πλάκα. Έτσι, η δεσποινίδα της γαλλικής φιλολογίας έγινε η νέα μου μητέρα και ο ευγενικός νεαρός ο πατέρας μου. Στους νέους μου γονείς ο Θεός, εκτός από μένα που με ονόμασαν Θεοδώρα, έδωσε ενάμιση χρόνο αργότερα και άλλο ένα κοριτσάκι, αυτή τη φορά όλο δικής τους κατασκευής, τη μικρή μου αδελφή τη Μαρία.

 

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image131.gif (1271 bytes)

τα προνόμια της αναπηρίας

Είναι σπουδαίο να μην αισθάνεσαι μόνος στον κόσμο και να έχεις έναν άνθρωπο που ξέρεις καλά πως νοιάζεται για σένα. Εγώ είχα την αδελφή μου. Αν και η σχέση μας ήταν κατά διαστήματα επεισοδιακή, γεμάτη διαφωνίες που δεν μπορούσαν να επιλυθούν και βαριές κουβέντες που απευθύναμε για να πληγώσουμε η μία την άλλη, στην πραγματικότητα αγαπιόμαστε με μια αγάπη πέρα του γεγονότος ότι ήμαστε αδελφές. Αγαπούσαμε η μία την υπόσταση της άλλης και θέλαμε να την προστατέψουμε από κάθε κακοτυχία.

Η δική μου αναπηρία στα πόδια, ίσως να καθιστούσε άλλους ανθρώπους ανίκανους να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες της ζωής. Εμένα αντίθετα “με είχε βολέψει”, όπως έλεγε χαρακτηριστικά η Μαρία. Επαναλάμβανε συχνά αυτή την κουβέντα, όχι για να με πειράξει, αλλά γιατί το πίστευε. Η πιο σπουδαία δυσκολία στη σχέση μας ήταν ακριβώς αυτή. Ότι δηλαδή η αδελφή μου με ζήλευε που ήμουνα ανάπηρη! Πίστευε ότι η αναπηρία μου ήταν το εισιτήριο για μια ζωή χωρίς άλλα προβλήματα, εκτός της αναγκαστικής καθήλωσής μου σε μια αναπηρική καρέκλα.

Ποια δύναμη, ή ποια αδυναμία είναι εκείνη που μπορεί να ωθήσει ένα ανθρώπινο πλάσμα να ποθήσει την αναπηρία κάποιου άλλου συνανθρώπου του; Πώς θα μπορούσε ένας υγιής οργανισμός να ευχηθεί την αλλοίωση της ακεραιότητάς του, προκειμένου να γευτεί τα “προνόμια” της αναπηρίας; Πέρασε πολύς καιρός από τότε που πίστευα πως η Μαρία αστειευόταν, λέγοντας πόσο πολύ με ζήλευε που ήμουνα ανάπηρη. Μετά κατάλαβα.

Εγώ μπορούσα να έχω την αμέριστη συμπαράσταση των ανθρώπων που συναναστρεφόμουν, χωρίς να καταβάλλω καμία ουσιαστική προσπάθεια. Εκείνη έπρεπε συνεχώς να αποδεικνύει ότι ήταν όμορφη, καλή, μορφωμένη και έξυπνη. Για μένα αρκούσε ένα γέλιο, μια έξυπνη κουβέντα στην κατάλληλη στιγμή κι αμέσως η προσοχή όλων στρεφόταν πάνω μου, όχι επικριτικά, αλλά με στοργή και κατανόηση.

Η ερωτική μου ζωή ήταν ατίθαση και γεμάτη εκπλήξεις, ίσως γιατί ούτε για μια στιγμή δεν θέλησα να παραδοθώ στην αρρώστια μου. Είχα πλαγιάσει με σπουδαίους εραστές και τους είχα προσφέρει τη χαρά και την ηδονή χωρίς να μπορώ να δεχτώ τη σαρκική απόλαυση. Κι όμως παθιαζόμουν από τη δική τους παθιασμένη αναπνοή και ολοκλήρωνα στο μυαλό μου την αίσθηση της αφής που τα πόδια μου ήταν ανίκανα να μου προσφέρουν. Αυτό η Μαρία δεν το γεύτηκε ποτέ. Γι΄ αυτό περισσότερο από κάθε άλλη αιτία με ζήλευε.

Όλες οι σχέσεις και οι ερωτικές της περιπτύξεις ήταν ανούσιες. Ήταν αληθινά όμορφη κι όμως οι άντρες αγαπούσαν τα μεγάλα της στήθια και τα ατελείωτα πόδια της περισσότερο από την ίδια. Σκέφτομαι τώρα τις ερωτικές μας αναμνήσεις από την όχι και τόσο μακρινή εφηβεία που περάσαμε σχεδόν ταυτόχρονα, παρ΄ όλο τον ενάμιση χρόνο της διαφοράς στην ηλικία μας. Τ΄ αγόρια, στο μισοσκόταδο, φιλούσαν με τρεμάμενα χείλη το μηρό στο νεκρό μου πόδι κι έπειτα μ΄ έσφιγγαν στην αγκαλιά τους, σαν το φως που λούζει τις σκεπές των σπιτιών μας τα όμορφα πρωινά του καλοκαιριού. Εκείνη τη δάγκωναν και με τα χοντρά τους χέρια έπλαθαν το στέρνο της, με τα γέλια και τις φωνές εκείνων που παριστάνουν τους μεθυσμένους για να κρύψουν την ασέβειά τους απέναντι στον έρωτα. Κι όμως ήταν οι ίδιοι άνθρωποι, εκείνοι που αργότερα μεγάλωσαν μαζί μ΄ εμάς κι έγιναν άντρες κι εμείς γυναίκες. Άντρες που δεν ήταν καλοί, ούτε κακοί, δεν ήταν αγενείς ούτε ευγενείς, και που ίσως δεν έχεις το δικαίωμα να τους αποδώσεις κανένα χαρακτηρισμό. Ήταν άνθρωποι κάτω από συνθήκες που ήταν πολύ διαφορετικές στη δική μου περίπτωση από ό,τι στην περίπτωση της αδελφής μου.

Η κατάσταση αυτή δε μεταβλήθηκε ούτε προς όφελος της Μαρίας ούτε σε βάρος μου, παρ΄ όλο που πέρασε μια δεκαετία από τότε που ήμαστε κοριτσάκια του γυμνασίου. Οι γονείς μας είχαν πεθάνει σε αεροπορικό δυστύχημα κι εμείς ζούσαμε μόνες μας τα τελευταία έξι χρόνια, στο διώροφο πατρικό μας σπίτι στην πόλη. Εγώ ήμουνα πιά στα είκοσι έξι και η Μαρία σχεδόν στα είκοσι πέντε. Κι έτσι, ενώ εγώ είχα “βολευτεί” και ζούσα τη ζωή μου, όπως η ίδια έλεγε, εκείνη υπέφερε στο βάρος των ερωτικών δεσμών της που πήραν την κατρακύλα, ειδικά μετά το θάνατο των γονιών μας. Τότε που ζήσαμε μία πολύ έντονη μεταβατική περίοδο ώσπου να καταφέρουμε από κοινού να αποδεχτούμε τη ζωή ως έχει. Με τους απροσδόκητους θανάτους δεν συμβιβάζεσαι, μπορείς όμως να τους αποδεχτείς και να μην τους λογαριάζεις σαν να ήτανε προσωπική αδικία εναντίον σου.

Η Μαρία λοιπόν είχε φέρει τον εαυτό της σε πολύ δύσκολη θέση. Συνδέοταν με ανθρώπους πληκτικούς και αδιάφορους, ίσως για να εξασφαλίσει από την αρχή μια ανώτερη θέση. Το χειρότερο όμως ήταν ότι έπλαθε με το νου της αδιανόητες ιστορίες ερωτικής απιστίας για όλους. Τους αθώους τους βάφτιζε πονηρούς και τους συνεσταλμένους “καζανόβες”. Τον Τάκη, τον άνθρωπο που μπόρεσε να ανεχτεί την υστερική της ζήλια για το απίστευτο σε διάρκεια διάστημα του ενός χρόνου, ήθελε να τον υποψιάζεται σαν ατρόμητο γυναικά, που την απατάει σε κάθε ευκαιρία, αλλά είναι τόσο πονηρός που μετά παρουσιάζεται σαν “Αγία”. Και γι΄αυτό έλεγε εγώ δεν μπορούσα να διακρίνω τον ύπουλο χαρακτήρα του και έλεγα τα καλύτερα λόγια γι΄αυτόν, πως ήταν δηλαδή αναμφίβολα πιστός και δεν υπήρχε περίπτωση, ούτε μια στο εκατομμύριο, να κοιτάξει άλλη γυναίκα εκτός από την αδελφή μου.

Εγώ βέβαια για την πίστη του Τάκη στην αδελφή μου, έβαζα πάντα το χέρι μου στη φωτιά, γιατί εκείνος δεν μπορούσε να δέσει ούτε τα κορδόνια του χωρίς να καλέσει βοήθεια. Ήταν τόσο τολμηρός και επιτήδειος στον έρωτα, που τα βράδια εκλιπαρούσε την αδελφή μου με σπαρακτικούς λυγμούς να μην βάζει τη γλώσσα της στο αυτί του. Πού να πλησίαζε αυτός ο άνθρωπος άλλη γυναίκα! Του φώναζα “ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΡΕ ΤΑΚΟΥΛΗ ΑΡΧΟΝΤΑ” όταν έμπαινε στο σπίτι κι εκείνος μου απαντούσε με μια φωνούλα, σαν να ΄τανε ο Ντιούι από τους Χιούι-Λιούι-Ντιούι, “πολύ καλά, εσύ Θεοδωρούλα τι κάνεις;”. Στη συνέχεια, σαν κασετόφωνο, μου μετέδιδε χωρίς να το παραλείψει ποτέ και τα χαιρετίσματα της μητέρας του. Η καημένη η γυναίκα είδε το γιο της με την αδελφή μου και δεν μπορούσε να το πιστέψει! Το άφησα επίτηδες για το τέλος, αλλά ο Τάκης εκτός των άλλων ήταν και σαν διασταύρωση τσιγαρόχαρτου με σφιχτό αυγό. Μας έστελνε λοιπόν τακτικότατα η μητέρα του τα χαιρετίσματά της και κανένα γλυκό να μας γλυκάνει, μήπως και στραβώσει πουθενά η δουλειά και χαθεί η νύφη.

Και πραγματικά, κάποια στιγμή, μετά από το χρόνο ρεκόρ του ενός έτους, η δουλειά χάλασε. ΄Ενα τηλεφώνημα κάποιας κοινής γνωστής, μια πρώτη πιθανή επιβεβαίωση της απιστίας του “σατανικού” Τάκη εναντίον της αδελφής μου, κι αυτό ήταν. Τον διώξαμε τον άνθρωπο και ήταν τουλάχιστον ήσυχος.

Την περίοδο εκείνη ήμουνα κι εγώ μόνη μου. Άλλωστε δεν συνήθιζα τις μόνιμες σχέσεις. Έτσι, μας δόθηκε η ευκαιρία, σα να’ ταν όλα από πριν καλά σχεδιασμένα, να ζήσουμε μαζί με τη Μαρία την πιο έντονη και τελευταία περίοδο της ζωής μας.

Όλα άρχισαν το επόμενο πρωινό και τέλειωσαν σε δυο εβδομάδες….

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image133.gif (1192 bytes)

η επιστροφή του πατέρα

Όταν άνοιξα τα μάτια μου, είχα ένα δυνατό πονοκέφαλο. Η Μαρία είχε κοιμηθεί στον καναπέ κι εγώ στην καρέκλα μου. Αισθανόμουν ένα μούδιασμα και δεν ένιωθα το λαιμό μου. Το κεφάλι μου στεκόταν στους ώμους μου σαν ξένο. Η τηλεόραση ήταν ακόμη ανοικτή και το φως του ήλιου που έμπαινε από το παράθυρο θάμπωνε το γυαλί της.

Παιζόταν ένα ρεπορτάζ για τον “ψηλό γεροδεμένο ληστή”, έναν άνθρωπο που εκείνη την περίοδο τους είχε τρομοκρατήσει όλους με τις εντυπωσιακές ληστείες τραπεζών, που είχαν τον ίδιο σαν πρωταγωνιστή. Το σενάριο κοσμούσαν πάντα εντυπωσιακά τεχνάσματα αλλά και αιματηρά επεισόδια. Ανταλλαγές πυροβολισμών, αθώα θύματα, τραυματισμένοι αστυνομικοί και φρουροί…. Πάνω στη ζαλάδα μου δεν μπόρεσα να το παρακολουθήσω και άλλαξα σταθμό.

Ξαφνικά κι ενώ βρισκόμουν ακόμη στο λήθαργο του ύπνου, μια πολύ γνωστή μορφή εμφανίστηκε σε μια συνέντευξη, από αυτές που δίνουν αγουροξυπνημένες γυμνάστριες, ηθοποιοί και τραγουδιστές στα διάφορα πρωινά “σόους”. Ταράχτηκα και σφίγγοντας το τηλεχειριστήριο που κρατούσα, δυνάμωσα την ένταση της φωνής.

Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία. Αυτός ο άνθρωπος που εμφανιζόταν στην τηλεόραση ήταν ο πατέρας μας. Αμέσως έβαλα τις φωνές στη Μαρία, που πετάχτηκε από το φόβο της. Προσπαθούσα να της εξηγήσω τι είχε συμβεί αλλά εκείνη με κοιτούσε σαν χαζή από τη ζαλάδα. Άπλωσα τα χέρια μου και πιάνοντας το κεφάλι της, τη γύρισα να κοιτάζει κατευθείαν μέσα στην τηλεόραση.

- “Πού τη βρήκες ;” με ρώτησε.

- “Ποια;” απόρησα και ο διάλογος συνεχίστηκε.

- “Τη βιντεοταινία!”

- “Δεν είναι βιντεοταινία, είναι εκπομπή!”

- “Ασε ρε τη πλάκα !?, πονάει το κεφάλι μου…”

- “Κι εμένα αλλά δεν είναι αυτό το θέμα, η εκπομπή είναι αληθινή, κοίτα…”

- “Κοιτάω και με κοροϊδεύεις, έλα!, δεν έχω όρεξη, είμαι δυστυχισμένη, χώρισα με τον Τάκη…”, είπε και ετοιμάστηκε να βάλει τα κλάματα.

- “Κοίτα, κοίτα την παρουσιάστρια, έλεος!, αυτή η παρουσιάστρια είναι πιτσιρίκα, δε δουλεύει ούτε μισό χρόνο, για ποια πλάκα μου λες… Κοίτα ! …”

Επιτέλους είχε αρχίσει να καταλαβαίνει, και απορροφήθηκε στο φιλοξενούμενο άντρα της εκπομπής, χωρίς να μιλάει. Ήταν πραγματικά εκπληκτικό πώς έμοιαζε με τον πατέρα μας, όχι μόνο στην εξωτερική εμφάνιση αλλά και στη φωνή και στους τρόπους. Ο πατέρας μας ήταν έξι χρόνια νεκρός και όμως ξαφνικά ήταν μπροστά μας! Την ίδια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η θεία μας η Χάρη. Η θεία Χάρη ήταν η μοναδική συγγενής μας, που διατηρούσαμε σχέσεις και είχε κι εκείνη σαστίσει με την εκπομπή. Μίλησαν με τη Μαρία αλλά εγώ ήμουνα τόσο απορροφημένη που δεν πρόσεξα τίποτα από όσα είπαν. Έτσι λίγο μετά ξαφνιάστηκα, όταν χτύπησε το κουδούνι.

Η θεία Χάρη μπήκε στο σπίτι τρέχοντας, αλλά δεν έβγαλε άχνα. Ήρθε κοντά μου και γονάτισε δίπλα στο καρότσι μου, μπροστά στην τηλεόραση. Δεν χρειάστηκε να περάσει πολύς χρόνος ώσπου να διαπιστώσουμε ότι ήταν αδύνατο να πρόκειται για ομοιότητα, ήταν σίγουρα εκείνος ό ίδιος! Όταν βεβαιωθήκαμε και οι τρεις, αποφασίσαμε να τηλεφωνήσουμε στον τηλεοπτικό σταθμό. Πήραμε τη διεύθυνση του στούντιο και βγήκαμε έξω. Η Μαρία και η Χάρη με σήκωσαν και μ΄ έβαλαν με το καροτσάκι στο πίσω μέρος της κλούβας, που είχαμε μετατρέψει ειδικά για τις μετακινήσεις μου. Με οδηγό την αδελφή μου ξεκινήσαμε για να ανακαλύψουμε την αλήθεια.

Στο δρόμο δε μίλησα καθόλου. Σκεφτόμουν συνέχεια και δεν μπορούσα να βρω μια λογική εξήγηση. Στην πραγματικότητα δεν ήθελα να υπάρχει κάποια λογική εξήγηση. Θα ήθελα, έτσι απλά, να ήταν άλλο ένα από τα χοντρά αστεία του πατέρα μου, έστω και μετά θάνατο και να τελείωνε κάπου εδώ. Η εκπομπή να μην υπήρχε στην πραγματικότητα κι αυτό που νομίσαμε ότι είχαμε δει, να ήταν μόνο μεταξύ εμάς των τριών.

Ο πατέρας μου ήταν πολύ πλακατζής, και δεν θα το ΄χε σε τίποτα να μας κοροϊδέψει μ΄ αυτόν τον τρόπο. Είχε όμως να εμφανιστεί από τότε που είχε πεθάνει και θεωρούσα απίθανο το να παραβιάσει απροκάλυπτα τους στοιχειώδεις νόμους, που συνδέουν τη ζωή με το θάνατο. Τελικά αποδείχτηκε ότι δεν ήταν και τόσο απίθανο…

 

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image135.gif (1244 bytes)

η τηλεοπτική εκπομπή

Από κοντά η ομοιότητα ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Βρισκόμαστε πίσω από έναν ψεύτικο τοίχο, στο πιο κοντινό σημείο που μας είχαν επιτρέψει να πλησιάσουμε, αφού απειλήσαμε ότι θα τα κάναμε όλα “λύμπα”, αν δεν μας άφηναν να δούμε από κοντά τον πατέρα μας. Η Χάρη είχε μείνει στην είσοδο του στούντιο να φυλάει τσίλιες, μπας και μας το σκάσει.

- “Ένα σύντομο διαφημιστικό διάλειμμα κι αμέσως μαζί σας…”, είπε ο παρουσιαστής του σόου και ήταν τόσο γλυκιά η φατσούλα του όταν το ξεστόμισε, που δε θα μπορούσα να φανταστώ πόσο άγριος θα γινόταν σε λίγα δευτερόλεπτα, αμέσως μόλις “έπεσαν” οι διαφημίσεις για τους τηλεθεατές. Τότε άρχισε να φωνάζει απευθυνόμενος στον πατέρα μας.

- “Είστε απαράδεκτος κύριε, πώς σας λένε, δεν ξέρω. Μόλις με ειδοποίησαν από το κοντρόλ, ότι δεν είστε ο κύριος Ελευσινίου, αλλά κάποιος άλλος που έδεσε τον κύριο Ελευσινίου στα καμαρίνια και πήρε τη θέση του, σας παρακαλώ να… ”

- “Όπα!, μεγάλε, ηρέμησε…”, τον διέκοψε ο πατέρας μας, “αυτός που είναι στα καμαρίνια είναι ο απατεώνας!”

- “Τι εννοείς?” , απόρησε ο παρουσιαστής μ΄ έναν τρόπο που φάνηκε πως το είχε ήδη “χάψει”. Την ίδια στιγμή ο πατέρας έκλεισε το μάτι στην Μαρία.

- “Μου έκλεισε το μάτι, τον είδες;!”, μου είπε ενθουσιασμένη εκείνη. Εγώ είχα την προσοχή μου στραμμένη στα λόγια του.

- “Όταν ήμουνα έτοιμος να βγω από τα καμαρίνια, μου επιτέθηκε, για άγνωστο προς το παρόν λόγο και αναγκάστηκα να τον ακινητοποιήσω και να τον δέσω σε μια καρέκλα. Όταν τον βρήκαν εκεί δεμένο, θα είπε όλα αυτά τα ψέματα για να με μπλέξει, μα δεν καταλαβαίνετε….;”

Ο παρουσιαστής δεν καταλάβαινε στα σίγουρα, όμως αυτή η κατάσταση έμοιαζε να τον βολεύει. Σχεδόν αμέσως η εκπομπή έπρεπε να συνεχιστεί και ο προσκεκλημένος έπρεπε ν΄ απαντήσει στις ερωτήσεις των τηλεθεατών. Ήταν η ώρα του μεγάλου γέλιου…

- “Είμαστε και πάλι κοντά σας με την πρώτη μας τηλεφωνική γραμμή. Παρακαλώ με ακούτε;”

- “Ναι σας ακούω”, είπε η φωνή από το βάθος, σαν τη φωνή του Μπόζο μέσα από τα τυρογαριδάκια.

- “Θα ήθελα να ρωτήσω τον κύριο Ελευσινίου, αν θα…..”

- “Σας παρακαλώ…”, διέκοψε ο πατέρας μας τον Μπόζο, “δε με λένε Ελευσινίου. Ονομάζομαι Πολυκανδριώτης, ο Ελευσινίου είναι δεμένος στα καμαρίνια…” , και ο παρουσιαστής ΧΛΩΜΙΑΣΕ… Όμως τα πράγματα άρχισαν να ξεκαθαρίζουν για μας ή μάλλον να μπερδεύονται ακόμη περισσότερο αφού το επίθετο μας ήταν πράγματι : “Πολυκανδριώτη”.

- “Τέλος πάντων..” είπε ο Μπόζο, που ήθελε περισσότερο ν΄ ακούσει τη φωνή του στην τηλεόραση παρά να πάρει μια έγκυρη γνώμη από τον υποτιθέμενο επιστήμονα διαιτολόγο προσκεκλημένο της εκπομπής, “σαν ειδικός διαιτολόγος που είστε μήπως θα μπορούσατε…”

- “Επιτέλους κύριε μου, δεν είμαι ειδικός διαιτολόγος, είμαι καθηγητής των αγγλικών…”, είπε με σοβαρότητα ο πατέρας μας.

- “Α!, πολύ ωραία…”, συνέχισε το βιολί του ο Μπόζο, “΄Εχω μια ερώτηση και για σας, ξέρετε είχα πάντα την απορία…”

- “Ένα σύντομο διαφημιστικό διάλειμμα και αμέσως μαζί σας…”, είπε σαστισμένος ο παρουσιαστής για να σώσει την κατάσταση, αλλά οι άνθρωποι του κοντρόλ τα είχαν χαμένα και έτσι επικράτησε πανικός.

- “ΠΕΡΑΣΤΕ ΕΞΩ”, ούρλιαξε ο παρουσιαστής στον πατέρα μας,

- “Ναι, ναι , να περάσει έξω…”, είπε και ο Μπόζο από το τηλέφωνο μήπως και χάσει τη σειρά του!

- “ΚΑΙ ΚΟΨΤΕ ΑΠΟ ΤΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ ΑΥΤΟΝ ΤΟ ΜΑΛΑΚΑ!”, συνέχισε να ουρλιάζει ο παρουσιαστής, ενώ πλήθος κόσμου είχε μαζευτεί στο πλατό προκειμένου να τον συνεφέρει. Άλλωστε οι παρουσιαστές πρέπει να είναι γελαστοί και πρόσχαροι.

Ώσπου επιτέλους…..ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ !

Σ΄αυτόν το γενικό σαματά, ο πατέρας γλίστρησε και μας πλησίασε…

- “Πάμε κορίτσια”, μας είπε και τα πόδια μας κόπηκαν (τρόπος του λέγειν, εγώ ένιωσα μόνο το κεφάλι μου να συσπάται σαν βαλβίδα, αλλά της Μαρίας τα πόδια ίσως να μούδιασαν λίγο). Σπρώχνοντας το καροτσάκι μου και τραβώντας από το χέρι τη Μαρία μας έβγαλε έξω από το στούντιο, πριν μας δείρουν.

- “Ψιτ , χοντρέλο!”, φώναξε στην θεία μας. Έτσι τη φώναζε και όταν ήταν ζωντανός για να την πειράξει που πρόσεχε συνέχεια τη σιλουέτα της. Η θεία Χάρη τα έχασε.

Μπήκαμε γρήγορα και οι τέσσερις στο αυτοκίνητο και χαθήκαμε.

 

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image137.gif (1221 bytes)

ΚΛΑΚ! - το τελευταίο θεώρημα του Φερμά

- “Έλα κοντά Θεοδώρα παιδί μου”, είπε ο πατέρας κι εγώ τον πλησίασα. Τότε εκείνος γονάτισε μπροστά μου και τα μάτια μας συναντήθηκαν στην ίδια ευθεία.

- "Παιδί μου !", αναστέναξε και κλάκ! μου άστραψε ένα χαστούκι. “ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΟΥ ΤΟ ΕΙΧΕΣ ΠΕΙ , Ε!”, φώναξε !

- “Δεν μπορούσα, ήταν μυστικό πατέρα…”, του απάντησα κι εκείνος φάνηκε να καταλαβαίνει. Με αγκάλιασε σφικτά, με φίλησε και μου ζήτησε συγνώμη. Η Μαρία και η Χάρη είχαν απορήσει.

- “Τι έγινε, τι δεν σου είχε πει…;”, ρώτησε η θεία Χάρη.

- “Ότι δεν ήταν παιδί μου!”, είπε θυμωμένα ο πατέρας, “ότι είναι το παιδί ενός ναυτικού και μιας υπηρέτριας! Ότι είναι το παιδί της γλάστρας και του βασιλικού!”

Του έκλεισα αμέσως το μάτι. Δεν μπορούσε φυσικά να δώσει εξηγήσεις στην αδελφή μου και στη θεία Χάρη γιατί τότε θα έπεφτε φωτιά να μας κάψει, τουλάχιστον την τηλεόραση. Έπρεπε να κάνει τον αδιάφορο.

- “Μα τι λές; ” , απόρησε και με το δίκιο της η Χάρη.

- “Ελα, αστειευόμουνα!” , απάντησε εκείνος και η συζήτηση έληξε.

- “Δε μου λες τώρα” , τον ρώτησα, “εκεί που ήσουνα το ΄μαθες αυτό το…… αυτά που έλεγες τώρα, ξέρεις…..”

- “Ναι, εκεί τα έμαθα κι έμαθα και άλλα που αν στα πω, θα σκάσεις από τη ζήλια σου….”

Η Μαρία και η Χάρη είχαν πάει στην κουζίνα να φτιάξουν καφέδες. Ήταν συνέχεια η μία πολύ κοντά στην άλλη και έκαναν νοήματα. Ο πατέρας τις έβλεπε αλλά ακόμη δεν είχε φτάσει η σειρά τους. Εγώ ήμουνα η πρώτη με την οποία θέλησε να ασχοληθεί…

- “Έλα λέγε..”, τον παρακάλεσα, “πες μου τι έμαθες, έλα λέγε…”, του ταρακούνησα το χέρι , “λέεεεγέεεε…”

- “Ας πούμε ότι έμαθα κάτι ωραία πραγματάκια για ένα θεώρημα….”

- “ΟΧΙ, ΟΧΙ ! “, φώναξα γεμάτη ενθουσιασμό και η Μαρία πετάχτηκε από την κουζίνα να δει τι είχε συμβεί…, “ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ”, συνέχισα να φωνάζω, “ΕΜΑΘΕΣ ΤΗΝ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ;”

- “ΝΑΙ, ξέρω την απόδειξη”, μου απάντησε εκείνος με ύφος πολύ σοβαρό και υπεροπτικό.

Το τελευταίο θεώρημα του Φερμά* ήταν το μεγάλο μου πάθος. Σπούδασα στο τμήμα φυσικής του πανεπιστημίου, αλλά τα μαθηματικά ήταν πάντα η αγαπημένη μου ασχολία. Μ΄ αυτά περνούσα την ώρα μου και πιο πολύ απ΄ όλα τα άλλα θέματα, περισσότερο από κάθε άλλη σκέψη, το ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΘΕΩΡΗΜΑ ΤΟΥ ΦΕΡΜΑ, ήταν αυτό που με απασχολούσε. Και φυσικά δεν ήμουνα η μοναδική στον πλανήτη. Έχω την εντύπωση ότι σχεδόν όλοι όσοι ασχολήθηκαν κάποτε σοβαρά με τα μαθηματικά, έχουν επιχειρήσει, έστω και χωρίς να επιμείνουν πολύ, να αποδείξουν, αν ισχύει ή όχι αυτό το θεώρημα. Είμαι σίγουρη, πως από αυτούς που προσπάθησαν να το αποδείξουν, οι πιο πολλοί πίστεψαν σε κάποιο σημείο της μελέτης τους, ότι πέτυχαν το ακατόρθωτο! Ν΄ αποδείξουν δηλαδή, αν ισχύει ή όχι το θεώρημα του Φερμά.


* Το τελευταίο θεώρημα του Φερμά:    Δεν υπάρχουν τρεις φυσικοί αριθμοί: x,y,z διάφοροι του μηδενός ώστε να ισχύει x^ν + y^ν = z^ν όπου ν φυσικός αριθμός μεγαλύτερος του 2. Παράδειγμα: για ν=2, υπάρχει η τριάδα (x,y,x)=(3,4,5) ώστε 3^2+4^2=3x3+4x4=25=5x5=5^2. Για ν μεγαλύτερο του 2, δεν υπάρχει τριάδα φυσικών αριθμών που να "λύνει" την εξίσωση. Η "εικασία" του Φερμά, αν και έχει αποδειχτεί πρόσφατα, ονομαζόταν καταχρηστικά "θεώρημα", γιατί όταν ο Φερμά διατύπωσε το πρόβλημα, ισχυρίστηκε ότι είχε βρει και τη λύση. Η αμφίβολη αυτή απόδειξη του Φερμά, δεν βρέθηκε ποτέ και η σύγχρονη απόδειξη απαιτεί γνώσεις μαθηματικών, που την εποχή του Φερμά ήταν άγνωστες.


- “Διάβασες την απόδειξη του θεωρήματος του Φερμά;” , τον ρώτησα πιο χαμηλόφωνα αλλά με τον ίδιο ακράτητο ενθουσιασμό.

- “Ναι, μου την είπανε”, μου απάντησε, “και ξέρεις κάτι, ήταν μικρή, πολύ μικρή, μόλις που θα πιάνει μια σελίδα…”

- “Όπως το φανταζόμουνα”, είπα και σήκωσα τα χέρια μου πανηγυρικά προς τον ουρανό σαν τους αθλητές που τερματίζουν στους αγώνες δρόμου. “ΕΛΑ ΛΕΓΕ..” , τον παρακίνησα.

- “ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ…!” , μου είπε κοροϊδευτικά κι αφού μου χάιδεψε το κεφάλι σηκώθηκε όρθιος και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα μουρμουρίζοντας και χορεύοντας ένα τραγουδάκι του ELVIS. Δε θα μου έλεγε την απόδειξη, όπως κι εγώ δεν του είχα πει ποτέ, όσο ήταν ζωντανός, την αλήθεια για την καταγωγή και τη γέννησή μου. Ακόμη και αν το επιθυμούσαμε, θα ήταν αδύνατο ,τότε για μένα και τώρα για εκείνον, να μιλήσουμε και να μεταφέρουμε μυστικά.

Κάποια μυστικά πρέπει να φυλάσσονται με ευλάβεια ανάμεσα στο θάνατο και τη ζωή. Αλλιώς το θέμα θα χάσει την αξία του και ο άδης θα γίνει ξέφραγκο αμπέλι. Αυτό ούτε ο Θεός το θέλει, ούτε ο διάβολος κι έτσι έχουν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα. Όταν κάποιος προσπαθήσει να εκστομίσει κάτι που του έχει απαγορευτεί, τότε η γλώσσα του γίνεται ρευστή σαν να ΄τανε φρουίτ ζελέ και με μια χαψιά την καταπίνει. Μόλις του φύγουν οι κακές σκέψεις, τότε το φρουίτ ζελέ αναδύεται από το στομάχι του και ανασυντίθεται στη γνωστή μας γλώσσα. Για όσους σε παρακολουθούν όταν μιλάς, μοιάζει σαν ρέψιμο, στην πραγματικότητα όμως είναι πολύ ανατριχιαστικό και αν σου συμβεί, από την πρώτη κιόλας φορά αποφασίζεις ποτέ πια να μην αφήσεις τον εαυτό σου να ξεστομίσει κάποιο από τα μυστικά.

Και για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα: μυστικά έχουν μόνο οι νεκροί. Οι ζωντανοί δυστυχώς δεν μπορούν να κρύψουν ούτε τον κώλο τους.

 

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image139.gif (1247 bytes)

η αδελφή μου το βατραχάκι

- “Πού είσαι καλέ χοντρούλα”, φώναξε ο πατέρας στη θεία Χάρη, που γύρισε και του απάντησε τσαντισμένα.

- “Έλα να πάρεις τον καφέ σου και κόψε πια αυτό το ηλίθιο αστείο, πεθαμένος άνθρωπος είσαι, σοβαρέψου λίγο..!”

Αλλά ο πατέρας δεν ήταν δυνατόν να σοβαρευτεί, ούτε μετά το θάνατο. Αυτό το ξέραμε όλοι. Πλησίασε λοιπόν στον πάγκο της κουζίνας κι ενώ έκανε δήθεν πως απλώνει το χέρι του να πιάσει το φλιτζάνι, τσάκ!, “έβαλε χέρι“ στην θεία Χάρη, που είχε σκύψει να βγάλει ένα δίσκο από το κάτω ντουλάπι. Η θεία έβγαλε μια στριγκλιά και προσπαθώντας να πεταχτεί αμέσως όρθια, χτύπησε το κεφάλι της στο ντουλάπι.

- “Έτσι, για να πειστείς ότι δεν είμαι φάντασμα…!”, της είπε ο πατέρας και έβαλε τα γέλια.

- “Ντροπή σου ρε…., τρίξανε τα κόκαλα της αδελφής μου ρε…. κι εσύ γελάς…”, φώναξε η θεία Χάρη, αλλά εκείνος δεν της έδωσε σημασία.

- “Έλα Μαρία παιδί μου να σε ρωτήσω κάτι” , είπε στην αδελφή μου και όταν εκείνη τον πλησίασε την αγκάλιασε στοργικά. “Θέλεις να πάμε μια βόλτα μόνοι μας, ή προτιμάς να μιλήσουμε εδώ με τη Θεοδώρα και τη Χάρη στα πόδια μας;”, τη ρώτησε.

- “Εδώ είναι καλύτερα”, απάντησε εκείνη, “δεν έχω μυστικά από τα κορίτσια, μπορείς να μου μιλήσεις ελεύθερα”

Ο πατέρας και η Μαρία ήρθαν και κάθισαν στον καναπέ. Σε λίγο ήρθε και η θεία Χάρη με μία πετσέτα με πάγο στο κεφάλι της και κάθισε στο πάτωμα, δίπλα από το καροτσάκι μου. Η συζήτηση του πατέρα με την μικρή του κόρη είχε ήδη αρχίσει.

- “Για λέγε λοιπόν τί εννοείς;”, είπε ο πατέρας.

- “Θέλω να πω, ότι δεν τη ζηλεύω, αλλά να, μερικές φορές θεωρώ τον εαυτό μου αδικημένο.”

- “Για, μια στιγμή”, τη διέκοψε, “αν κάποιος έχει αδικηθεί από τη φύση αυτή είναι η Θεοδώρα και όχι εσύ, έτσι δεν είναι;”

- “Ε, μα δεν είναι! , γι΄αυτό σου λέω. Θυμάσαι τότε που ζούσες ακόμη, όταν ερχόταν κάποιος στο σπίτι, ποιον πρόσεχε, εμένα ή τη Θεοδώρα; Όχι σε ρωτάω;!”

- “Άκου”, είπε πολύ σοβαρά ο πατέρας που μερικές φορές - όταν ήθελε - μπορούσε να είναι και σοβαρός, “εγώ δεν θα σου έλεγα τίποτα, αν η Θεοδώρα δεν είχε κατακτήσει με την αξία της τη θέση που έχει. Με τη δική της δύναμη ξεπέρασε το πρόβλημά της, όχι με τη δική σου !”

- “Ναι, αλλά εγώ δεν είχα κανένα πρόβλημα να αγωνιστώ για τη λύση του, για μένα όλα ήταν πάντα έτοιμα. Γι΄ αυτό δεν είχα τη δυνατότητα να δείξω ποια είμαι!”

- “Α!, μάλιστα!”, κατέληξε ο πατέρας κάπως ειρωνικά. “Δηλαδή αν κατάλαβα καλά, θα΄θελες να ΄χεις κάποιο πρόβλημα ώστε μέσα από αυτό να μπορέσεις να προβάλλεις τον εαυτό σου;”

- “Ναι!”, απάντησε με βεβαιότητα η Μαρία.

Τότε μια λάμψη κάλυψε τη μορφή της Μαρίας κι ένα σύννεφο λευκού καπνού με τη συνοδεία παραδοσιακής δημοτικής μουσικής έφερε τέσσερις βόλτες πάνω από το κεφάλι της. Ένας κεραυνός που εξαπολύθηκε από το κέντρο του σύννεφου προς τη φωτεινή μάζα, που κάποτε ήταν η αδελφή μου, μας κατατρόμαξε και αμέσως, ένα πράσινο βατραχάκι που βρέθηκε στο κέντρο της καταιγίδας είπε με τη δική της φωνή :

- “Δεν είναι αστεία αυτά!”

Ο πατέρας μου είχε πεθάνει (για την ακρίβεια ξανά-πεθάνει) στο γέλιο κι εγώ με την θεία Χάρη αν και μισογελάσαμε, είχαμε στ΄αλήθεια σαστίσει. Το συννεφάκι έφερε πάλι τις βόλτες του, αυτή τη φορά γυρνώντας προς την αντίθετη κατεύθυνση κι ένας νέος κεραυνός, που μας τάραξε ξανά τα νεύρα, επανέφερε τη Μαρία στην αρχική της ανθρώπινη μορφή.

Στον πατέρα έπρεπε πάντα να λες “ναι-ναι”, όπως άλλωστε και σε κάθε παλαβό. Τώρα όμως που είχε αποκτήσει και καινούριες μαγικές δυνάμεις, έπρεπε να είσαι πολύ προσεκτικός μαζί του. Το να του έδινες λίγο θάρρος ήταν πια αρκετό για να σε μεταμορφώσει σε ανθοδοχείο.

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image141.gif (1130 bytes)

όλοι θα πεθάνετε (χε,χε!)

Όλοι είχαν να λένε για τον κήπο του πατρικού μας διώροφου σπιτιού και μας παρακαλούσαν θερμά να τους επιτρέψουμε να γεμίσουν τα ανθοδοχεία τους με τα λουλούδια μας. Γιατί τα λουλούδια εκείνα ήταν εξαίσια, τόσο στη μορφή όσο και στο άρωμά τους. “Ανασταίνουν και νεκρό”, έλεγε η μητέρα μας και όπως τελικά αποδείχτηκε είχε απόλυτο δίκιο. Μια μόνο “τζουρίτσα” από τα λουλούδια μας, ήταν αρκετή για να επαναφέρει τον πατέρα στον κόσμο των θνητών.

Έτσι μας περιέγραψε ο πατέρας την διαδικασία της επιστροφής του και φυσικά τον πιστέψαμε γιατί ήταν το πιο λογικό σε σχέση με ό,τι άλλο είχαμε φανταστεί μόνες μας. Όμως το μεγάλο ερώτημα δεν ήταν αυτό. Εντάξει, δεχτήκαμε ότι μύρισε ένα λουλούδι από τον κήπο μας και αναστήθηκε από τους νεκρούς, όπως έλεγε και η μητέρα μας, αλλά για ποιο λόγο; Γιατί είχε έρθει να ταράξει την ησυχία των γλυκών του κοριτσιών και της κουνιάδας του της θείας Χάρης;

- “Ήρθα να σας προετοιμάσω μια και πρόκειται να πεθάνετε”, είπε με πολύ φυσικότητα ο πατέρας, όταν κλήθηκε από μένα ν΄ απαντήσει σ΄ αυτό το θεμελιώδες ερώτημα.

Κι αυτό το πιστέψαμε, αν και όχι με την ίδια ευκολία. Ο άνθρωπος φοβάται το θάνατο. Ενώ μπορείς να τον πείσεις ότι μυρίζοντας ένα λουλούδι μεταφέρεσαι από τον Άδη στη Γη (εννοείται με συνοδεία κεραυνού, λάμψης, βροντής και δημοτικής μουσικής), δεν είναι το ίδιο απλό να τον κάνεις να πιστέψει ότι ήρθε το τέλος του.

Εμείς λοιπόν ήταν γραφτό να πεθάνουμε, δύο εβδομάδες μετά την επίσκεψη του πατέρα. Μια αθώα βόλτα με το αυτοκίνητο, μια παραβίαση ενός σήματος STOP σ΄ ένα στενάκι της γειτονιάς και ΜΠΑΜ!, όλα θα τελείωναν. Το φορτηγάκι μ΄ επιβάτες την αδελφή μου, τη θεία Χάρη κι εμένα θα γινόταν ο τάφος μας. Σε δύο εβδομάδες…..

 

 

 

Image123.gif (2307 bytes)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image125.gif (1207 bytes)

τακτοποιώντας τις εκκρεμότητες της ζωής

Άντρες δεν είχαμε, παιδιά δεν είχαμε, ήταν η μεγάλη ευκαιρία της ζωής μας. Η τελευταία βέβαια αλλά αυτό δεν είχε σημασία για μας, τουλάχιστον όχι εκείνη τη στιγμή. Ξεχυθήκαμε στους δρόμους και τακτοποιήσαμε τις εκκρεμότητές μας. Εγώ εκτός των άλλων παραιτήθηκα από το κέντρο ερευνών που εργαζόμουν, αφήνοντας όλους τους συνάδελφους άναυδους με την απόφασή μου. Η αδελφή μου η Μαρία δεν είχε το κουράγιο να δηλώσει παραίτηση κι έτσι πήρε δύο εβδομάδες αναρρωτική άδεια από το σχολείο που εργαζόταν με σύμβαση, σαν αναπληρώτρια καθηγήτρια των γερμανικών. Η θεία Χάρη ήταν άνεργη κι έτσι ανέλαβε να τακτοποιήσει τις λοιπές οικονομικές εκκρεμότητες. Αυτές ήταν η ανάληψη όλων των καταθέσεών της από την τράπεζα γιατί εγώ και η Μαρία δεν είχαμε αποταμιεύσει δεκάρα κι έτσι γλιτώσαμε το “περίμενε” στην ουρά και το κήρυγμα του διευθυντή της τράπεζας ότι “δεν είναι σωστό να κάνεις τέτοιες αναλήψεις και να κλείνεις τους λογαριασμούς σου γιατί ΑΥΤΗ είναι καλή τράπεζα, πολύ καλύτερη από τις υπόλοιπες, κι αν σου τύχει κάτι, μια αρρώστια ας πούμε” - φάε τη γλώσσα σου - και άλλα πολλά….

Το μεσημέρι επιστρέψαμε στο σπίτι όπου μας περίμενε ο πατέρας. Όλη την ημέρα είχα στη διάθεση μου το φορτηγάκι, που ήταν άλλωστε τροποποιημένο ώστε να μπορώ να το οδηγώ μόνο με τα χέρια και δεν είχα καταλάβει τα δρομολόγια που είχα κάνει. Οι άλλες δύο ήταν ψόφιες στην κούραση από το πολύ “περπάτα”.

- “Όλα εντάξει;” , μας ρώτησε ο πατέρας.

Φυσικά και ήταν όλα εντάξει, αφού ξέραμε ότι θα πεθαίναμε και κάναμε μέσα σε λίγες ώρες όσα θα μας έπαιρνε μήνες να τ΄ αποφασίσουμε και να τα πραγματοποιήσουμε. Η θεία Χάρη ήταν η πιο εξαντλημένη γιατί χρειάστηκε να τακτοποιήσει το σπίτι της και το δικό μας μήπως και το δει ακατάστατο ή ασφουγγάριστο κανένας κληρονόμος - παρ΄ τον έναν και χτύπα τον άλλο - μετά το θάνατο μας και μας κατηγορήσει πως ήμαστε γρουσούζες και τσαπατσούλες! Εγώ δεν είχα τέτοια προβλήματα. Από όλες μας ήμουνα εκείνη που είχε το λιγότερο άγχος.

- “Τι στεναχωριέστε ρε!”, τις παρακίνησα να γελάσουν, “άλλωστε δεν είναι σίγουρο ότι θα πεθάνουμε αμέσως, μπορεί να ξαναγεννηθούμε από άλλους γον….” , αλλά δεν πρόλαβα να τελειώσω, γιατί ένα ρέψιμο που μου ήρθε, κόντεψε να με πνίξει.

- “Τι είναι αυτά που λες;”, ρώτησε αγανακτισμένη η θεία Χάρη. Της γέλασα κάπως χαζά γιατί η γλώσσα μου είχε γίνει φρουίτ ζελέ και δε σκόπευα να μιλήσω μήπως και μου κυλήσει στο πάτωμα.

- “Λοιπόν τι κάνουμε;”, ρώτησε ο πατέρας που ήταν ο οργανωτής χωρίς βέβαια να κάνει ο ίδιος καμία δουλειά, “έχετε αποφασίσει;”

- “Κάτσε λίγο να ξαποστάσουμε, δε νιώθω τα πόδια μου!”, διαμαρτυρήθηκε η θεία Χάρη που ήταν αλαφιασμένη.

- “Ούτ΄ εγώ τα νιώθω”, αστειεύτηκα σχεδόν ταυτόχρονα με τον πατέρα που είπε “μα καθιστός είμαι Χαρούλα!”

- “Ε!, δεν τρώγεστε, αλλά βέβαια ένα σόι δεν είστε, τι περιμένεις;” διαμαρτυρήθηκε η θεία στην ξαφνική εκείνη επίθεση σαρκασμού που δέχτηκε από πατέρα και κόρη.

Είχαμε σκοπό να πάμε και να φάμε όλα μας τα λεφτά (για την ακρίβεια τα λεφτά της θείας Χάρης) στα καλύτερα εστιατόρια κάποιου νησιού, κάνοντας διακοπές και τριγυρνώντας με αρσενικά, πίνοντας κρασιά και ξενυχτώντας μέχρι τελικής πτώσης. Ήταν αρχές Ιουνίου, τα σχολεία ήταν ακόμη ανοικτά και οι περισσότεροι μετρούσαν εβδομάδες ολόκληρες ως τις διακοπές τους. Ήμαστε πολύ τυχερές γιατί έτυχε να πεθαίνουμε σε καλοκαιρινή περίοδο κι έτσι όλες οι χαρές και οι απολαύσεις ήταν διάσπαρτες μπροστά μας : “θάλασσες”, “μπάνια”, “ήλιοι” κι όλα αυτά χωρίς την ενοχλητική πολυκοσμία. Δε λέω, αυτή ήταν μια πολύ υλιστική αντιμετώπιση μελλοθάνατων, αλλά εγώ τουλάχιστον δεν το μετάνιωσα.

Μετά από λίγο αποφασίσαμε να φύγουμε. Βεβαιωθήκαμε πως όλα τα φώτα του σπιτιού ήταν κλειστά κι ελέγξαμε την κουζίνα και το θερμοσίφωνο. Κλειδώσαμε το σπίτι μας και το αποχαιρετήσαμε για πάντα σ΄ ένα κλίμα πολύ συγκινητικό, γιατί το αγαπούσαμε πολύ. Τελικά, μπήκαμε με τις ελάχιστες αποσκευές μας στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε. Οδηγός ήταν αυτή τη φορά ο πατέρας που είχε να πιάσει τιμόνι στα χέρια του από το θάνατό του -έξι ολόκληρα χρόνια- και το ευχαριστήθηκε, σε βάρος μας βέβαια, αφού έτρεχε σαν το σίφουνα και έπαιρνε τις στροφές σαν αστραπή.

Σύντομα, πάρα πολύ σύντομα, φτάσαμε στο λιμάνι. Ανεβήκαμε στο καράβι και καθισμένοι στο σαλόνι, μέσα στο πλήθος του κόσμου που ήταν στοιβαγμένο μ΄ ένα ποτήρι καφέ φραπέ μπροστά στις τηλεοράσεις, χαζέψαμε για λίγο το “κουτί” χωρίς να μιλάμε. Το θέμα των ειδήσεων ήταν για άλλη μια φορά, “ο ψηλός γεροδεμένος ληστής”, που είχε χτυπήσει ξανά, όπως πάντα με τέλειο σχέδιο και συγχρονισμό αλλά και με δύο νεκρούς και αρκετά θύματα. Ήταν το δεύτερο συνεχόμενο χτύπημά του μέσα σε διάστημα δύο ημερών. Μία ληστεία τράπεζας την ημέρα δηλαδή! Η αστυνομία “βέβαια” τον αναζητούσε και “σίγουρα” ήταν πάρα πολύ κοντά στα ίχνη του.

Εμείς είχαμε ήδη ξεφύγει από την τηλεόραση και αναπολούσαμε τις ωραίες μας οικογενειακές στιγμές, σαν να μην υπήρξαν ποτέ για μας άσχημες μέρες. Πώς θα μπορούσαμε άλλωστε να σκεφτόμαστε αρνητικά για το κοινό παρελθόν μας; Εκ των υστέρων όλα δεν είναι ωραία;

 

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image127.gif (1296 bytes)

ο ποιητής και ο μηχανόβιος

 

“Στο χλωρό σου χέρι απόψε ακροβατώ
κι αυτό σαν κλαδί που λυγίζεται
Με πετάει ψηλά και ξανά και ξανά
Πριν σημώσω στη γη βρίσκομαι ήδη ανώτερα,
 
Ώσπου το σώμα μου τρέμει και το περίβλημά μου
Η ανθρώπινή μου μορφή καταποντίζεται
Ενώ ακόμα υπάρχω σαν εικόνα και ομοίωση
Στην πραγματικότητα έχω συγκεντρωθεί σε μια μοναδική κουκίδα,
 
Απ΄ όπου με λάμψεις αναβλύζει το φως
Με καμπύλες τροχιές που κυκλώνουν και τρυπούν και το δικό σου κορμί
Που τρέμει κι αυτό και με τη σειρά του καταποντίζεται
Με βοή και χορό,
 
Το χορό που ορίζεις εσύ, το χορό που εγώ ακολουθώ
Μα σ΄ αυτόν δεν ορκίζομαι
Ούτε θα ΄ρθω κοντά σου από ευθεία γραμμή
Η γραμμή συμβολίζει το θάνατο,
 
Στο χλωρό σου χέρι θέλω να ακροβατώ
Και αυτό σαν κλαδί να λυγίζεται…”

 

Ο νεαρός γύρισε τα μάτια του που κοιτούσαν τη θάλασσα προς το μέρος μου και μου γέλασε. Του δήλωσα το θαυμασμό μου για το ποίημα που μου είχε απαγγείλει.

- “Είναι σπουδαίο”, του είπα, “σ΄ ευχαριστώ πολύ”

Εκείνος σήκωσε το μπουκάλι της μπίρας που κρατούσε και ήπιε μια γουλιά. Ο φίλος του στεκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα ακουμπισμένος στην κουπαστή και ζάλιζε την αδελφή μου με τις αναλυτικότατες περιγραφές των άθλων του με μηχανές μεγάλου κυρίως κυβισμού.

Η Μαρία γι΄ άλλη μια φορά δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένη με τη μοίρα της. Από τους δύο φίλους που μας “κόλλησαν”, σ΄ εκείνη έτυχε “ο αδέξιος μηχανόβιος” και σ΄ εμένα “ο ρομαντικός ποιητής”. Ήταν άλλη μια αδικία εναντίον της και μια προσβολή της πνευματικής της υπόστασης. Δε δίστασε να διαμαρτυρηθεί αμέσως μόλις βρεθήκαμε μόνες μας, αλλάζοντας ρούχα στην καμπίνα καθώς ετοιμαζόμαστε να πάμε να φάμε με τ΄ αγόρια στο εστιατόριο. Ο πατέρας και η θεία Χάρη είχαν επιστρέψει κι αυτοί από το σαλόνι του πλοίου και συζητούσαν στη διπλανή καμπίνα για τη ζωή μετά το θάνατο.

- “ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ”, ούρλιαξε η Μαρία, “δε θα συμβαίνει κάθε φορά το ίδιο πράγμα, βαρέθηκα!”

- “Μα μπορεί να του αρέσεις εσύ”, προσπάθησα να την ησυχάσω, γνωρίζοντας βέβαια πως κάτι τέτοιο θα ήταν μάλλον απίθανο. Ο “ποιητής” με σήκωσε στην αγκαλιά του και με μετέφερε από το κατάστρωμα στην καμπίνα, ενώ ο άλλος κουβαλούσε το καροτσάκι μου. Και όταν με κράτούσε στην αγκαλιά του, ήταν φανερό πως τα δύο του χέρια ήθελαν να με σφίξουν και να με προσκολλήσουν αιώνια στο δικό του κορμί.

- “Ναι, δεν σας είδα πώς κάνατε!”, είπε η αδελφή μου που το είχε επίσης αντιληφθεί.

- “Καλά, καλά”, φώναξα ενοχλημένη γι΄ άλλη μια φορά από τη συμπεριφορά της Μαρίας, “θα το διορθώσουμε το πράγμα, μη διαμαρτύρεσαι…..”

Αποφασίσαμε να κάνουμε αλλαγή. Φόρεσα ένα “αποκαλυπτικό” μπλέ φουστανάκι με το βαθύτερο ντεκολτέ και η Μαρία μια λευκή βαμβακερή “παρθενέ” μπλουζίτσα με ψηλό δαντελωτό λαιμό κι ένα φαρδύ παντελόνι. Όταν συναντηθήκαμε στο εστιατόριο με τους δύο φίλους, παρακάλεσα το “μηχανόβιο” να με βοηθήσει με το καροτσάκι μου να πλησιάσω στο τραπέζι και η Μαρία, γρήγορα-γρήγορα κόλλησε δίπλα στον ποιητή και του έπιασε την κουβέντα.

 

“Σ΄ εσένα δεν έβαλα γραμμές, ούτε γέφυρες
Ήθελα η πορεία του τρένου με την ατμομηχανή
Να συναντάει τυχαία τη ροή των ποταμών,
να σχηματίζεται το νήμα της ζωής
Κι εσύ ν΄ακούς βοή μεσ΄απ΄τα χέρια σου”

 

- “…μεσ΄απ΄τα πόδια σου!” , διόρθωσε ο μηχανόβιος, που έτυχε ν΄ ακούσει το φίλο του ν΄ απαγγέλει στην αδελφή μου.

- “Α! Ναι!, κι εσύ ν΄ακούς βοή μεσ΄απ΄τα πόδια σου!”, είπε βιαστικά ο “ποιητής” και συνέχισε την απαγγελία κοιτώντας πάντα κατάματα τη Μαρία που είχε ήδη αρχίσει κάτι να υποψιάζεται…

 

“Ήσουν γυμνή και σε μια ελαιογραφία στην πινακοθήκη
Ακίνητη
Όμως εσύ δεν με θυμάσαι πια
Κι εγώ σε βρήκα αλλιώτικη στον έρωτα,
 
 
Ο άνεμος φουσκώνει τα πανιά,
Ανεμόμυλους θέλει να γυρνάει σε κύκλους σαν παιχνίδι
Ο άνεμος να μπαίνει μες τα ρούχα σου βουτιά
Να μην μπορεί να βγει, να χάνεται
Κι εσύ να κλείνεις το κουμπί σου στο πουκάμισο.
 
Μιλήσαμε, οι λέξεις διατηρούν την αυτονομία τους
Πάντοτε
Όμως εγώ δεν είχα δύναμη, κάποτε εξαρτήθηκα από ΄σένα και εσύ
Σταμάτησες να έρχεσαι στο σπίτι σου“

- “…στο σπίτι μου” , διόρθωσε ξανά ο “μηχανόβιος” που παρακολουθούσε τον “ποιητή” .

- “Ωχ!, Ναι!“, είπε ο ποιητής “Μα σταμάτα επιτέλους ρε συ!”, διαμαρτυρήθηκε , “Και γιατί εσείς οι δύο δεν κοιτάτε τα δικά σας Ε!, όλοι μαζί θα τα λέμε τώρα;”

- “Αλήθεια, γιατί δεν πιάνουμε ένα θέμα και οι τέσσερις”, είπα για ν΄ αποφορτίσω το κλίμα, μήπως και σωθεί κάπως η κατάσταση, αλλά η Μαρία είχε κιόλας φτάσει στα όρια της!”

- “Για στάσου ρε φίλε!”, είπε στον “ποιητή” , “ΠΟΙΟΣ ΤΑ ΓΡΑΦΕΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Ε!”

- “Να, δηλαδή, εεε…, ΑΥΤΟΣ!”, απάντησε ο “ποιητής” κι έδειξε το “μηχανόβιο”. Στην αρχή προσπάθησε να γελάσει μα μετά, μπροστά στα μούτρα που είχε η Μαρία σοβαρεύτηκε. “Με την ευκαιρία”, συμπλήρωσε απευθυνόμενος στο φίλο του, “είναι RS1100 η μηχανή μου και όχι RR1300, αλλά εγώ δεν είμαι ξερόλας να σε διακόπτω συνέχεια κύριε, κατάλαβες!”

- “Α!, δικές σου είναι οι περιπέτειες με τις μηχανές πουλάκι μου!” , είπα γελώντας στον “ποιητή”, που όμως δεν πρόλαβε να μου απαντήσει, γιατί “ΚΛΑΚ!” έφαγε ένα χαστούκι από την αδελφή μου. Αμέσως μετά η Μαρία σηκώθηκε από το τραπέζι κι έφυγε κλαίγοντας πρός το σαλόνι. Είναι αλήθεια πως είχε πάρει φόρα και μοίραζε χαστούκια σ΄όλο τον κόσμο!

- “ΣΚΑΤΑ ΤΑ ΚΑΝΑΜΕ!”, είπε ο “ποιητής” και κοίταξε άγρια το μουστακαλή σερβιτόρο, που στεκόταν από πάνω του με το φαγητό μας, χωρίς να μπορεί ο άνθρωπος να συγκρατήσει τα γέλια του.

Τελείωσα το φαγητό μου χωρίς πολλές κουβέντες κι αφού αποχαιρέτησα τους δύο φίλους κύλησα με το καροτσάκι μου προς το σαλόνι του ίδιου ορόφου, όπου συνάντησα τον πατέρα, την θεία Χάρη και την αδελφή μου να συζητάνε για τη μητέρα μας και τις σκοτούρες που είχε στην άλλη ζωή σαν μεταφράστρια στο τμήμα νεοεισερχόντων του παραδείσου.

Στο “μηχανόβιο” και στον “ποιητή” δεν αναφερθήκαμε ποτέ ξανά.

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image129.gif (1241 bytes)

ο ύπνος και ο ξύπνος

Στο λιμάνι δεν είχε πολύ κόσμο. Η αδελφή μου, η θεία Χάρη κι εγώ περιμέναμε τον πατέρα να βγάλει το φορτηγάκι από το καράβι που γεννούσε άδειες νταλίκες. Έπιασα τη Μαρία από το χέρι και την τράβηξα να σκύψει για να της μιλήσω.

- “Θα περάσουμε όμορφα!”, της είπα γελαστά, αλλά εκείνη έκανε ένα μορφασμό απέχθειας. “Οχού!, μην είσαι τόσο αρνητική…” συνέχισα χωρίς αποτέλεσμα. Όταν έφτασε ο πατέρας, μπήκαμε όλοι στο αυτοκίνητο και βγήκαμε από το λιμάνι ακολουθώντας το καραβάνι που σαν νήμα έμοιαζε να συνδέει τα σωθικά του πλοίου με τον έξω κόσμο.

Μου ΄ρθε στο στόμα ένα τραγούδι από το “σταυρό του νότου”. Έτσι ασυναίσθητα, μάλλον από την επιρροή του τοπίου.

- “….η λαμαρίνα, η λαμαρίνα όλα τα σβήνει….” σιγοτραγουδούσα, αλλά κανένας δεν έδειχνε να συμμερίζεται τα συναισθήματά μου.

Περάσαμε από το κέντρο της πόλης και βγήκαμε έξω απ΄ αυτή. Μετά από μία διαδρομή μισής ώρας φτάσαμε στον προορισμό μας. Ένα χωριουδάκι τριάντα κατοίκων, πάνω στο βουνό. Εκεί είχε κλείσει δωμάτια η θεία Χάρη μέσω κάποιου παλιού γνωστού της. Εκείνος μάλιστα ήταν κάποτε και αρραβωνιαστικός της θείας, αλλά την είχε παρατήσει για μια Εγγλέζα, γεγονός ανεξιχνίαστο ως εκείνη τη στιγμή. Ήταν ένας μελαχρινός μουστακαλής ωραίος άντρας γύρω στα πενήντα. Άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και άπλωσε το χέρι του στη θεία Χάρη.

- “Καλώς ήρθες!”, είπε κοφτά κι αγκάλιασε τη θεία, που ήταν φανερά συγκρατημένη και αμίλητη.

- “Καλώς σας βρίσκουμε!”, είπε ο πατέρας με τη σειρά του και του έδωσε το χέρι.

Στο μεταξύ η αδελφή μου είχε κατεβάσει τη ράμπα από την πίσω πόρτα και με κυλούσε έξω από το φορτηγάκι.

- “Γεια σας κορίτσια”, μας είπε ο “αρραβωνιαστικός” κι εμείς του απαντήσαμε μ΄ ένα γελάκι η κάθε μία, το δικό μου πρόσχαρο, της Μαρίας καχύποπτο.

Ανεβήκαμε με τα πράγματα μας στα δωμάτια. Λίγα πλατιά σκαλοπάτια που μπορούσα να τ΄ ανέβω με το καροτσάκι ακόμη και μόνη μου και μετά μια όμορφη αυλή, πέτρινη στο δροσερό αέρα μ΄ ένα τραπέζι στο κέντρο και γύρω γύρω τρία διαμερίσματα. Το πρώτο θα ήταν του πατέρα και της θείας Χάρης, το δεύτερο δικό μου και της αδελφής μου, ενώ στο τρίτο έμενε μόνιμα ο ίδιος ο “αρραβωνιαστικός”.

- “Τακτοποιήστε τα πράγματά σας κι ελάτε να πιούμε έναν καφέ”, μας είπε και μας έδωσε τα κλειδιά.

Λίγο μετά καθόμαστε όλοι στο τραπέζι κάτω από την κληματαριά, που σκέπαζε την αυλή και ρουφούσαμε με βουλιμία τους καφέδες μας γιατί η ώρα ήταν οκτώ το πρωί και ήμαστε ήδη δύο ώρες ξύπνιοι χωρίς ούτε ένα τσιγάρο. Μαζί με τους καφέδες εμφανίστηκε και η αδελφή του “αρραβωνιαστικού”, που ήταν παντρεμένη και έμενε απένατι, αλλά φρόντιζε και τον αδελφό της. Πώς τα κατάφερε αυτή η γυναίκα και σε ανύποπτο χρόνο ο καφές έγινε ρακί και από τα κουλουράκια πήγαμε στο παξιμάδι, την ντομάτα, τα λουκάνικα και τις πατάτες ήταν κάτι αξιοπερίεργο! Ωστόσο οι κουβέντες μεταξύ του “αρραβωνιαστικού”, του πατέρα κι εμένα έδιναν και έπαιρναν. Η Μαρία ήταν σιωπηλή και η θεία Χάρη αρκετά επιφυλακτική.

- “Θα περάσουμε πολύ ωραία!”, έλεγε και ξανάλεγε ο “αρραβωνιαστικός”, που ερχόταν βέβαια στα λόγια μου, αλλά συμπεριλάμβανε πάντα και τον εαυτό του μέσα στο “Θα περάσΟΥΜΕ πολύ ωραία”. Η θεία Χάρη που το είχε παρατηρήσει τον κοίταζε κατά διαστήματα έντονα και μάλλον άγρια. Ο πατέρας γέλούσε και κατέβαζε τα ποτηράκια το ένα μετά το άλλο.

- “Γλυκόπιοτη είναι η ρακί σου μπαγάσα!” του είπε, όταν η ώρα είχε περάσει και του είχε πάρει πια όλο το θάρρος. “Ε! Χάρη, δεν είναι ωραία η ρακί του!”, είπε στη θεία που του έκανε νόημα να το βουλώσει.

Πράγματι θα περνούσαμε όμορφα, είχα γι΄αυτό ένα έντονο προαίσθημα. Θα ΄ταν μία η ώρα το μεσημέρι όταν πέσαμε όλοι ξεροί για ύπνο και είδαμε τα όνειρα που ήθελε ο καθένας. Η θεία Χάρη ονειρεύτηκε το γάμο της, ο πατέρας γύρισε πίσω στο παρελθόν κι έπαιξε μπάλα στους δρόμους της γειτονιάς του. Η αδελφή μου παρακολούθησε μια μονομαχία γενναίων ιπποτών για το χατήρι της κι εγώ μπήκα μέσα στο ψυγείο κι έπιασα την κουβέντα με τον μπακαλιάρο. Ο ύπνος μας ήταν γλυκός και ο ξύπνος μας θα΄ταν ωραιότερος!

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image131.gif (1271 bytes)

στο καφενείο

Αργά το απόγευμα ξύπνησα με τη μουρμούρα της αδελφής μου. Νιά, νιά, νιά, τι γκρίνια ήταν αυτή!

- “Κόφτο ρε!”, τη διέκοψα όταν είχα πια ξυπνήσει και άρχισα να της αφηγούμαι το όμορφο όνειρο, από το οποίο με είχε διακόψει. “Αν δε με ξυπνούσες θα ΄χαμε γίνει και φίλοι με το μπακαλιάρο!”, της είπα με παράπονο και συνέχισα: “Αυτός ο μπακαλιάρος ξέρεις δεν είναι κανένας τυχαίος, είχαμε συναντηθεί ξανά στο παρελθόν, όταν εγώ ήμουνα….”, αλλά αμέσως η γλώσσα μου έγινε φρουίτ ζελέ και κόντεψα να πνιγώ.

- “Ορίστε, το στομάχι σου έγινε χάλια από τις ρακές”, μου απάντησε εκείνη, όταν είδε τα γουρλωμένα μου μάτια. Δεν είχε καθόλου όρεξη να μ΄ ακούσει, αλλά ούτε και να μου πει για το δικό της όνειρο. “Έβλεπα κάτι ιππότες” μου είπε κοφτά, αλλά εγώ κατάλαβα.

Βγήκαμε από το δωμάτιό μας και κατεβήκαμε τις σκάλες. Οι άλλοι κοιμόνταν ακόμη. Στο δρόμο μας χαιρέτησε η αδελφή του “αρραβωνιαστικού” από απέναντι. Μας έδωσε πληροφορίες για το καφενείο στην πλατεία του χωριού, που ήταν πολύ κοντά και το είχαμε δει κι εμείς, αλλά δε την διακόψαμε για να μην της χαλάσουμε το χατήρι. Μας μιλούσε πάνω από δέκα λεπτά και η Μαρία είχε αρχίσει να παίρνει “ανάποδες”.

- “Καλά, καλά, ευχαριστούμε”, τη διέκοψε στο τέλος κι έσπρωξε το καροτσάκι μου με μίσος για να φύγουμε μακριά. Εκείνη μας κούνησε το χέρι και χάθηκε μέσα στο παράθυρό της.

Κάτω από ένα μεγάλο πλάτανο στην αυλή του καφενείου, δεν είχαμε πιει ακόμη τον καφέ μας, όταν εμφανίστηκε αρχικά η θεία Χάρη κι έπειτα ο πατέρας με τον “αρραβωνιαστικό”. Πιάσαμε ξανά την κουβέντα και αυτή τη φορά είδα με μεγάλη μου χαρά και την αδελφή μου να συμμετέχει. Η θεία Χάρη είχε χαλαρώσει λίγο κι έριχνε κατά διαστήματα γλυκές ματιές στον “αρραβωνιαστικό”, που ήταν στον κόσμο του, όπως κι ο πατέρας.

Ο “αρραβωνιαστικός” ήταν ιδιοκτήτης του καφενείου και σηκωνόταν αραιά και πού να φτιάξει κανένα καφέ στους λιγοστούς πελάτες. Τον ανιψιό του που κρατούσε το μαγαζί, όταν εκείνος έλειπε δεν σταμάτησε από την στιγμή που έφτασε να τον τρέχει από εδώ και από εκεί για δουλειές. Έτσι μάθαμε ότι είχε φορτηγά κι έκανε μεταφορές, ότι εμπορευόταν σταφύλια και κρασί, αλλά ότι είχε και ιατρικές γνώσεις κι έτσι περιποιόνταν, συνήθως με εντολές που εκτελούσε ο ανιψιός, τους άρρωστους γέρους και τους κατάκοιτους. Εκτός απ΄ όλα αυτά βέβαια είχε και το καφενείο πάνω από το οποίο σε λίγο καιρό θα έχτιζε και άλλα ενοικιαζόμενα δωμάτια, εκτός από αυτά στα οποία μέναμε εμείς.

Ήταν ο πλούσιος και ο δουλευτής του χωριού, ενός χωριού όπου ήταν ο νεότερος μόνιμος κάτοικος, αν και πενήντα χρόνων. Τα ανίψια του καθώς και όλοι οι υπόλοιποι νέοι δεν έμεναν στο χωριό το χειμώνα, αλλά μοιράζονταν σ΄ όλες τις χώρες και τις πόλεις του κόσμου. Δεν καταλάβαμε γιατί δεν ήταν και πρόεδρος της κοινότητας, γιατί όταν το ανέφερε ο πατέρας εκείνος σκοτείνιασε και είπε απλά πως του κάνουν πόλεμο.

Ωστόσο τα λιγοστά αυτοκίνητα και τα φορτηγά που περνούσαν από το στενό δρομάκι μάς κόρναραν και οι επιβάτες τους μας χαιρετούσαν. Παλιές μερσεντές φορτωμένες με οικογένειες και τα παιδάκια τους όλο χαρά στο πίσω κάθισμα. Σκονισμένα αγροτικά αυτοκίνητα με οδηγούς μελαψούς μουστακαλήδες που σοβαροί και ανέκφραστοι κουνούσαν λίγο, πολύ λίγο και αργά το χέρι τους. Φορτηγά και λεωφορεία που σήκωναν σκόνη κι έκαναν θόρυβο πριν και μετά το πέρασμά τους.

Μέσα από το καφενείο ακουγόταν μια ενοχλητική φασαρία. Ήταν η ξεχασμένη τηλεόραση, που κανείς δεν παρακολουθούσε. Ο εκφωνητής των ειδήσεων περιέγραφε για άλλη μία φορά, μέχρι να το εμπεδώσουν καλά οι τηλεθεατές και με δυνατή φωνή τον αποτρόπαιο τρόπο με τον οποίο έδρασε ο “ψηλός γεροδεμένος ληστής” στο προηγούμενο έγκλημά του. Τα έλεγε σαν να τα ευχαριστιότανε! Ήταν το δεύτερο συνεχόμενο χτύπημα μέσα σε διάστημα δύο ημερών, όπως άλλωστε όλοι γνωρίζαμε, αλλά πού ξέρει κανείς, κάποια γιαγιά μπορεί να είχε παρακούσει! ΝΑ ΜΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΘΕΙ ΔΗΛΑΔΗ Η ΓΙΑΓΙΑ, αυτό θέλαμε εμείς οι δημοκρατικοί τηλεθεατές, Ε!

Το απόγευμα είχε παραχωρήσει τη θέση του στο βράδυ κι εμείς ξεφεύγοντας από τις γενικές κι αόριστες συζητήσεις είχαμε μπει σε θέματα που “έκαιγαν”. Κουβεντιάζαμε την ανάγκη του “αρραβωνιαστικού” να κάνει επιτέλους κι αυτός οικογένεια γιατί να!, ήταν μεγάλος και πώς θα γινότανε, ήθελε να αποκτήσει και δικά του παιδιά, όχι μόνο της αδελφής του και πάει λέγοντας…. Η θεία Χάρη είχε επιστρέψει αμέσως μόλις ακούστηκε η λέξη “γάμος” στην παλιά της αμυντική στάση και τον κοιτούσε ΜΕ ΕΝΑ ΜΙΣΟΣ! Τότε ένας παππούλης σηκώθηκε από ένα μακρινό τραπέζι και μας έφερε ένα πιάτο με μεζέ από λαγό. Το λαγό εκείνο τον είχε φέρει η παρέα του γέρου και το είχε μαγειρέψει στο καφενείο η αδελφή του “αρραβωνιαστικού”.

- “ Έτσι για το κρασί σας!”, μας είπε χωρίς να γελάσει και γύρισε πίσω στη θέση του κουβαλώντας την πλάτη του.

Όταν ήρθαμε στο καφενείο δεν τον είχα προσέξει, αλλά εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε πολύ γραφικός. Στο μεταξύ ο “αρραβωνιαστικός” μας έδωσε τις σχετικές πληροφορίες γι΄ αυτόν, πως ήταν δηλαδή καλός άνθρωπος, αλλά πολύ σύντομα θα έπρεπε να τον συμπεριλάβει στους ασθενείς του….

- “Ε!, να κεράσουμε τότε κι εμείς ένα κρασάκι!”, τόλμησε να πει ο πατέρας μου και σηκώθηκε όρθιος στην προσπάθειά του να βρει τον ανιψιό τού “αρραβωνιαστικού” για να βάλει το κέρασμα.

Έσφιξα αμέσως τα δόντια γιατί γνώριζα τις συνήθειες εκείνου του τόπου και κατάλαβα ποια θα ήταν η εξέλιξη των πραγμάτων.

Ο παππούς σηκώθηκε αργά από την καρέκλα και μόλις στάθηκε στα πόδια του έβγαλε με μια σβέλτη κίνηση το κουμπούρι από τη ζώνη και σημάδεψε τον πατέρα.

- “ΕΣΥ ΚΑΤΣΕ ΚΑΤΩ!”, του φώναξε με το όπλο στραμμένο πάνω του.

Ο πατέρας εδώ που τα λέμε δεν είχε και τίποτα να φοβηθεί. Ακόμη κι αν τον πυροβολούσε ο γέρος το πολύ πολύ να τον ξανασκότωνε, αλλά δεν θέλησε να το δείξει και κάθισε δήθεν φοβισμένος πίσω στην καρέκλα του. Γύρισε και μου έκλεισε πονηρά το μάτι. Ο “αρραβωνιαστικός” έτρεξε να ησυχάσει το γέρο, λέγοντάς του ότι “τα παιδιά”, δηλαδή εμείς, δεν ήμαστε από τα μέρη τους και δεν ξέραμε τις συνήθειές τους.

Ήταν μεγάλη προσβολή να κεράσεις όταν ήσουν επισκέπτης. Δεν μπορούσες να κεράσεις, όταν είχες έρθει στο καφενείο μετά από τον άλλο. Δεν ήταν σωστό να κεράσεις τον άλλο αμέσως μετά από το δικό του κέρασμα. Αυτοί ήταν τρεις βασικοί κανόνες για το κέρασμα σ΄ εκείνα τα μέρη κι ο πατέρας τους είχε παραβεί όλους!

Τελικά ο γέρος ησύχασε και μάλιστα ήπιε και “στην υγειά μας” σηκώνοντας το ποτήρι του ψηλά. Το ίδιο έκανε και η παρέα του και φυσικά όλοι εμείς. Ωστόσο αυτό ήταν η αφορμή για να μας “κολλήσουν” από την παρέα του γέρου δύο νεαροί βοσκοί. Τα παιδιά, γύρω στα είκοσι πέντε και τα δύο, ήρθαν και μας ζήτησαν να καθίσουν στο τραπέζι μας. Ειδικά του ενός, του αδύνατου, το βλέμμα ήταν “δολοφονικό”. Ο καημένος ο άλλος ήταν πολύ χοντρός κι όλο γελούσε, αλλά δεν ήτανε καθόλου βλάκας. Αντίθετα είχε πολύ ωραίες αντιλήψεις για τη ζωή.

Όπως ήταν αναμενόμενο, ο “αδύνατος δολοφόνος βοσκός” ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα την αδελφή μου και δεν σταματούσε ούτε στιγμή να την κοιτάζει. Όταν η Μαρία έλεγε μία κουβέντα εκείνος τις έκανε αλλεπάλληλες ερωτήσεις. Στο τέλος αναγκάστηκε να σταματήσει να μιλάει. Την είχε τόσο πολύ κουράσει, που σε μια στιγμή μου φάνηκε ότι θα έβαζε τα κλάματα. Ο “αδύνατος δολοφόνος βοσκός” δεν ήθελε να το καταλάβει κι όλο την προκαλούσε να συζητήσουν σαν να μην υπήρχε κανένας άλλος γύρω του. Μόνο σ΄ εμένα απευθύνθηκε για μια στιγμή και με ρώτησε:

- “Εσύ, πού το έπαθες αυτό;” , κι έδειξε το καροτσάκι μου.

- “Δεν έχω τίποτα, απλώς βαριέμαι να περπατάω!”, του απάντησα και του έκοψα τη φόρα.

Τα τρία πηγαδάκια που είχαμε στήσει στο ίδιο τραπέζι, κάτω από τον πλάτανο, έκαναν το καθένα τη δουλειά του. Εγώ με τον πατέρα και το χοντρό βοσκό λύναμε το μυστήριο μιας πιθανής ζωής μετά το θάνατο. Ο χοντρός βοσκός έλεγε μάλιστα ότι είναι σίγουρος πως κάτι τέτοιο πρέπει να υπάρχει. Ο πατέρας του έλεγε ότι αμφέβαλε! Η θεία Χάρη με τον “αρραβωνιαστικό” προσπαθούσαν να κολλήσουν ένα κρύσταλλο, που είχε γίνει θρύψαλα περίπου είκοσι χρόνια πριν. Έμοιαζαν να τα πηγαίνουν πολύ καλά και ίσως τελικά ο έρωτάς τους να αναβίωνε! Τέλος η αδελφή μου υπέφερε στον έρωτα του “αδύνατου δολοφόνου βοσκού” και με το βλέμμα της μου έκανε συνέχεια νοήματα να τη βοηθήσω. Αυτό έκανα όταν της πρότεινα να πάμε για ύπνο. Ήταν πια αργά το βράδυ και τα μάτια μου έκλειναν.

- “Θέλει, λέει, να με ξαναδεί. Ακούς γαμώ τη τύχη μου!”, είπε η Μαρία κι έκλεισε το φως δίπλα από το κρεβάτι της.

- “Ο Θεός βοηθός”, απάντησα και ξεφύσηξα, λες και γνώριζα τις εκπλήξεις που μας επιφύλασσε η μοίρα.

Έπειτα πέσαμε σ΄ έναν ύπνο μεθυσμένο και βαθύ δίχως όνειρα.

 

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image133.gif (1192 bytes)

η απαγωγή

Το πρωί ξύπνησα χωρίς πονοκέφαλο κι έτσι διαπίστωσα πόσο καλό ήταν το κρασί, που πίναμε το προηγούμενο βράδυ. Γύρισα πλευρό για να μιλήσω στη Μαρία, αλλά εκείνη δεν ήταν στο κρεβάτι της. Σήκωσα την πλάτη μου και ντύθηκα με δυσκολία, γιατί το βράδυ πάνω στη ζαλάδα μου είχα πετάξει τα ρούχα μου μακριά και ήταν δύσκολο να τα φτάσω και να τα φορέσω. Ανέβηκα στο καροτσάκι μου και βγήκα από το δωμάτιο στην αυλή. Εκεί καθόταν ο “αρραβωνιαστικός” με τη θεία Χάρη κι έπιναν καφέ. Ο πατέρας κοιμόταν ακόμη, όπως μου είπε η θεία.

- “Πολύ ωραίο το κρασί σας”, είπα στον “αρραβωνιαστικό” και του κούνησα με νόημα το κεφάλι.

- “Είναι αγνό, χωρίς συντηρητικά!”, με διαβεβαίωσε μ΄ ενθουσιασμό.

Θα ΄τανε γύρω στις δέκα το πρωί. Η ζέστη είχε αρχίσει να πιάνει για τα καλά αλλά στην αυλή, κάτω από την κληματαριά, η αίσθηση ήταν υπέροχη. Το αεράκι που φυσούσε, οι μυρωδιές των λουλουδιών και ο ήχος των πουλιών ήταν μόνο ένα μικρό μέρος όσων με συγκινούσαν. Περισσότερο απ΄ όλα απολάμβανα την ηρεμία του τοπίου, τα ψηλά βουνά που στέκονταν απέναντι μας χωρίς να μιλάνε και πάνω απ΄ αυτά τον ακίνητο γαλάζιο ουρανό.

- “Τι όμορφα που είναι εδώ”, είπα χωρίς να απευθύνομαι σε κανένα και “Αχ!”, μου ξέφυγε ένας αναστεναγμός. Την ίδια στιγμή βγήκε ο πατέρας από το δωμάτιό του και μας κοίταξε αγριεμένος.

- “Τι σκατά ήπιαμε χτές και πονάει έτσι το κεφάλι μου;!”, γκρίνιαξε και μου χάλασε όλη τη διάθεση.

- “Σου το ΄πα κουμπάρε, να μην μπερδέψεις τη ρακί με το κρασί, αλλά δε μ΄ άκουσες”, του απάντησε ο “αρραβωνιαστικός” και συνέχισε: “Θέλεις να πιούμε εδώ καφέ ή να πάμε στο μαγαζί μου;”

Ο πατέρας πραγματικά δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του.

- “Πήγαινε παιδί μου”, μου είπε, “να ξυπνήσεις την αδελφή σου να πάμε όλοι μαζί στο καφενείο”. Του απάντησα πως η Μαρία δεν ήταν μέσα στο δωμάτιο και πως μάλλον είχε ξυπνήσει και είχε πάει για βόλτα. Το θεωρήσαμε όλοι πολύ πιθανό και ξεκινήσαμε για το καφενείο.

Στο δρόμο μας πέτυχε πάλι η αδελφή του “αρραβωνιαστικού” και μας ευχήθηκε καλή μέρα από το παράθυρό της. Μετά μας πρότεινε σε ποια παραλία να πάμε για μπάνιο, αλλά με τόσες πολλές λεπτομέρειες, που εκνεύρισαν και τον ίδιο τον “αρραβωνιαστικό”.

- “Καλά, καλά, θα τους τα πω κι εγώ!”, διέκοψε την αδελφή του, που όμως δεν είχε σκοπό να μας αφήσει ακόμη να προχωρήσουμε, λες και ήθελε να μας κρατήσει για πάντα όμηρους κάτω από το παράθυρό της, εκεί στη μέση του δρόμου που καιγόταν από τη ζέστη.

- “Και η αδελφή σου που είναι;”, με ρώτησε.

- “Θα έχει πάει βόλτα” της απάντησα, αλλά εκείνη αμέσως με διαβεβαίωσε πως κάτι τέτοιο θα ΄ταν αδύνατο, αφού αν περνούσε θα την είχε δει.

- “Έψαξες καλά στο δωμάτιο;” με ξαναρώτησε και τότε πήρε πάλι το λόγο ο “αρραβωνιαστικός”.

- “Και τι είναι ρε αδελφή η κοπέλα, καρφίτσα να χαθεί μέσα στο δωμάτιο;”

Η αδελφή του “αρραβωνιαστικού” μάλλον προσβλήθηκε από το ύφος του και έτσι δε συνέχισε τη συζήτηση. Εμείς προχωρήσαμε επιτέλους για το καφενείο. Όταν ήρθαν οι καφέδες μας, ο “αρραβωνιαστικός” είπε με πολύ σοβαρό ύφος στον πατέρα:

- “Ξέρεις, είναι αδύνατο να κατέβηκε η μικρή από το δωμάτιο στο δρόμο και να μην την είδε η αδελφή μου. Ξέρω τώρα τι σου λέω. Μάλλον βγήκε έξω το βράδυ κι έχει αργήσει να γυρίσει.”

- “Κι αυτό είναι αδύνατο”, του απάντησα στη θέση του πατέρα που δεν μπορούσε ν΄ αντιδράσει από τον πονοκέφαλο. “Η Μαρία χτές το βράδυ ήταν ψόφια και δεν είχε καθόλου όρεξη. Άλλωστε πού να πήγε χωρίς το αυτοκίνητο;”

- “Τέλος πάντων θα περιμένουμε και θα δούμε”, είπε ο “αρραβωνιαστικός” κι άλλαξε θέμα, “Λοιπόν, πώς κοιμηθήκατε;”, μας ρώτησε.

- “Σκατά”, είπε ο πατέρας.

“Πολύ ωραία” απάντησα και η θεία Χάρη συμφώνησε μαζί μου. Πολύ ωραία είχε κοιμηθεί και ο “αρραβωνιαστικός”, όπως μας είπε, άρα ο πατέρας έχανε τρία ένα (3-1) στο παιχνίδι του ωραίου ύπνου. Έμενε βέβαια και η γνώμη της αδελφής μου, αλλά δεν μπορούσε να μεταβάλλει το αποτέλεσμα αφού οι βαθμοί της διαφοράς ήταν ήδη δύο. Η Μαρία παρόλα αυτά δε φάνηκε για να μας πει τη γνώμη της, ούτε ως αργά το απόγευμα.

Ο πατέρας είχε “σκυλιάσει” και η θεία Χάρη αγωνιούσε. Δεν είχαμε πάει ούτε για μπάνιο, ούτε έστω μια βόλτα στη γύρω περιοχή. Δε μου άρεσε καθόλου αυτό. Είχα θυμώσει με τη Μαρία, όπως και ο πατέρας. Ο “αρραβωνιαστικός” προσπαθούσε “να μας κάνει καλά” λέγοντάς μας να μην ανησυχούμε και να μη θυμώνουμε αφού να!, νέο κορίτσι ήταν και τέτοια λόγια.

Κάποια στιγμή έφτασε η αδελφή του “αρραβωνιαστικού” αλαφιασμένη και μας είπε σαν πολυβόλο τα κακά μαντάτα. Η Μαρία, όπως της είχε μόλις πριν από λίγο μηνύσει ο χοντρός βοσκός, βρισκόταν από τα χαράματα στο μαντρί του “αδύνατου δολοφόνου βοσκού” που την είχε ΑΠΑΓΑΓΕΙ !

- “Την έκλεψε την κοπέλα ο αλήτης”, ούρλιαζε η γυναίκα κι ο πατέρας θα τη σκότωνε, αν δεν πονούσε ακόμη το κεφάλι του.

- “Εντάξει, εντάξει”, της φώναξε, “επιτέλους ηρεμήστε και θα βρούμε μια λύση.”

Η θεία Χάρη είχε χάσει το χρώμα της και ο “αρραβωνιαστικός” βιάστηκε να της παραχωρήσει την αγκαλιά του, που μέσα της κουρνιάστηκε. Γέλασα στο θέαμα της θείας Χάρης στην αγκαλιά του “αρραβωνιαστικού”, αλλά το άγριο βλέμμα της αδελφής του μ΄ επανέφερε στην πραγματικότητα.

“Να πάμε στην αστυνομία”, είπα αμήχανα, αλλά ο “αρραβωνιαστικός” είχε αντίθετη άποψη.

- “Θα τη σκοτώσει”, είπε πολύ σοβαρά και σκέφτηκα αμέσως ότι το έλεγε επίτηδες, για να τρομάξει ακόμη περισσότερο τη θεία Χάρη και να την έχει συνέχεια στην αγκαλιά του.

Συζητήσαμε πολύ ώρα και τελικά ο πατέρας αποφάσισε ότι ήταν καλύτερο να περιμένουμε ως το βράδυ.

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image135.gif (1244 bytes)

ΣΤΟ ΛΟΓΟ ΜΟΥ! και δεν ξαναμιλάω…

Το αυτοκίνητο σταμάτησε διακόσια μέτρα μακριά από το μαντρί του “αδύνατου δολοφόνου βοσκού”. Η θεία Χάρη κι εγώ μείναμε σ΄ εκείνο το σημείο, γιατί μετά είχε βράχια και ήταν αδύνατο ν΄ ακολουθήσουμε τον πατέρα και τον “αρραβωνιαστικό”, που πλησίασαν περισσότερο στον πετρόκτιστο φράκτη.

- “ΕΕΕΕ!”, φώναξε ο “αρραβωνιαστικός” κι αμέσως ο “αδύνατος δολοφόνος βοσκός” απάντησε γαζώνοντας με το πολυβόλο του τον αέρα.

Οι σφαίρες έπεφταν βροχή και ήταν τόσες πολλές που από τα λιγοστά δέντρα της περιοχής, τα τζιτζίκια τσακίζονταν νεκρά στο καυτό χώμα με μια τρύπα στην κοιλιά πιο μεγάλη και από την πόρτα του σπιτιού τους (…αν είχαν) !

Τρέξαμε αμέσως να κρυφτούμε πίσω από το αυτοκίνητο. Λίγο μετά τα τζάμια από τα παράθυρά του έγιναν θρύψαλα και τα δύο μπροστινά λάστιχα έσκασαν κάνοντας έναν θόρυβο πολύ αστείο. Ο καθρέπτης από τη μεριά του οδηγού δέχτηκε μία σφαίρα στο λαιμό και βζίνγκ…! εκτοξεύτηκε στον αέρα. Έπεσε στο χώμα χωρίς να σπάσει, μέχρι που μία δεύτερη σφαίρα τον έκανε κομμάτια.

Ο πατέρας και ο “αρραβωνιαστικός” έπεσαν στο χώμα πίσω από έναν βράχο και περίμεναν να κοπάσει η καταιγίδα.

- “Μπορούμε να μιλήσουμε σαν πολιτισμένοι άνθρωποι!”, φώναξε ο πατέρας, όταν σταμάτησε να πυροβολεί ο “αδύνατος δολοφόνος βοσκός”.

Τ΄ αρνιά τρομαγμένα έκαναν θόρυβο και ο καπνός από τους πυροβολισμούς ανέβαινε αργά προς τον ουρανό. Ήταν δέκα η ώρα το βράδυ χωρίς όμως να έχει σκοτεινιάσει για τα καλά. Τα πάντα φαίνονταν σαν να ήταν σκούρα μπλέ.

- “ΟΥΑΧΑΧΑ, ΟΥΑΧΑΧΑ!”, ακούστηκε ένα γέλιο μέσα από το μαντρί και τότε φάνηκε ο “αδύνατος δολοφόνος βοσκός” , ανεβασμένος στην ταράτσα ενός χαλάσματος να τραβάει ένα σκοινί, που περνούσε μαζί μ΄ ένα άλλο από ένα χοντρό κλαδί ενός πανύψηλου πλάτανου.

Τραβώντας το σκοινί σηκώθηκε αργά, κρεμασμένη από τα πόδια και αποκαλύφθηκε σ΄ εμάς, με τη συνοδεία των σπαραχτικών της κραυγών, η αδελφή μου…! Ο “αδύνατος δολοφόνος βοσκός” έδεσε το σκοινί σε ένα σίδερο και πήδηξε από την ταράτσα πάνω στο φράκτη. Σάστισα όπως και κάθε άλλος, που θα ήταν παρών στην “έπαρση” της αδελφής του…!

- “Λοιπόν, θα την παντρέψουμε τη θυγατέρα σου;” ρώτησε τον πατέρα μου, ενώ πίσω του ακούστηκε η φωνή της αδελφής μου.

- “Πες ΝΑΙ πατέρα, πες ΝΑΙ πατέρα, πονάνε τα πόδια μου από τα κολοσχοινιά, πες ΝΑΙ…!”

- “Και σε ποιον θα τη δώσουμε ρε;!”, του φώναξε ο “αρραβωνιαστικός”, “αφού εσύ είσαι λογοδοσμένος, Ε;”

- “Και ποιος σου ΄πε ότι θα την πάρω εγώ, ΑΥΤΟΣ είναι ο γαμπρός….”, απάντησε εκείνος και πήδηξε από το φράκτη πίσω στην ταράτσα. Τράβηξε το δεύτερο σκοινί που περνούσε από το κλαδί του πλάτανου και τότε δίπλα στην αδελφή μου, σηκώθηκε δεμένος κι αυτός από τα πόδια… ο “κύριος” ΤΑΚΗΣ!

- “Τι!“, απόρησε ο πατέρας, “αυτόν το μαλάκα θα πάρει η κόρη μου”.

- “Τον γνωρίζεις;”, τον ρώτησε ο “αρραβωνιαστικός”, αλλά ο πατέρας δεν του απάντησε. Δεν τον γνώριζε βέβαια, αλλά δεν ήταν και τόσο δύσκολο να βγάλει κανείς αυτό το απόλυτα σωστό συμπέρασμα για τον Τάκη.

- “Λέγε λοιπόν, θα δώσεις την ευχή σου και το λόγο σου για το γάμο, περιμένω…αλλιώς τους σκοτώνω και τους δυο επιτόπου, ΛΕΓΕ, ΠΕΡΙΜΕΝΩ…”, επέμεινε ο “αδύνατος δολοφόνος βοσκός”, αλλά ο πατέρας κουνούσε διαστακτικά το κεφάλι του χωρίς να μπορεί ν΄ αποφασίσει.

- “Έλα ρε πατέρα πες το ΝΑΙ, με κόψανε τα σχοινιά σου λέω…”, διαμαρτυρήθηκε ξανά η Μαρία.

- “Ναι, ναι, πατερούλη πες το ναι, γιατί εγώ….”, είπε σαν την πορδή και ο Τάκης, αλλά αμέσως τον έκοψε η Μαρία μ΄ ένα “ΣΚΑΣΕ ΚΑΙ ΕΣΥ ΡΕ ΗΛΙΘΙΕ !” και μια σπρωξιά. Ο Τάκης απομακρύνθηκε για μια στιγμή από κοντά της και γύρισε αμέσως πίσω σαν το εκκρεμές.

- “ΕΝΤΑΞΕΙ!”, απάντησε τελικά ο πατέρας κι ένα νέο κύμα πυροβολισμών που εξαπολύθηκε από τον “αδύνατο δολοφόνο βοσκό” μας κατατρόμαξε. “ΔΩΣΕ ΤΩΡΑ ΤΟ ΛΟΓΟ ΣΟΥ”, φώναξε στον πατέρα.

- “ΚΑΛΑ, ΚΑΛΑ, ΕΧΕΤΕ ΤΟ ΛΟΓΟ ΜΟΥ”, είπε δυνατά ο πατέρας, που δεν έπρεπε να ξαναμιλήσει ως το γάμο.

Είχε δώσει το λόγο του και όπως προβλέπουν γι΄ αυτήν την περίπτωση οι κανόνες της “μετά θάνατον ζωής” δε θα μπορούσε να ξαναμιλήσει ώσπου να εκπληρωθεί η συμφωνία και να πάρει πίσω τη μιλιά του. Αυτό είναι μια πολύ καλή τακτική, που αν επικρατούσε και σ΄αυτή τη ζωή θα ΄ταν όλοι και για πάντα αμίλητοι.

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image139.gif (1247 bytes)

πρόταση γάμου

Ήταν μια συζήτηση το μεσημέρι, στο καφενείο κάτω από τον πλάτανο. Ο “αρραβωνιαστικός” και η θεία Χάρη καθιστοί στις ξύλινες καρέκλες και γύρω τους κανείς, το μαγαζί αδειανό και η πλατεία έρημη.

- “Λοιπόν, τι έχεις να πεις;”, ρώτησε ο “αρραβωνιαστικός” τη θεία Χάρη που δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά της κάτω από το καχύποπτο βλέμμα, που προσπαθούσε να υποδυθεί.

- “Τι να πω”, απάντησε, “μου λες πως μ΄αγαπάς, ενώ με παράτησες, πώς να πιστέψω ότι αυτή τη φορά μου λες την αλήθεια;”

- “Μα δε σ΄αγαπάω απλά”, διαμαρτυρήθηκε ο “αρραβωνιαστικός”, “στο λέω ξανά, θέλω να είσαι μαζί μου και τα πράγματα να γίνουν αλλιώς αυτή τη φορά, ν΄ αποφασίσουμε εμείς για το μέλλον μας, να μείνουμε μαζί. Γιατί δε με παντρεύεσαι Χάρη, γιατί είσαι διστακτική;”, απόρησε σαν να μη γνώριζε το λόγο και η συζήτηση συνεχίστηκε.

- “Πώς να μην είμαι διστακτική, όταν θυμάμαι τα λόγια σου, πως ήμουνα ο άνθρωπος σου μου έλεγες, ΘΥΜΑΣΑΙ;, και μετά την άρνησή σου, το πώς με έδιωξες από κοντά σου και….”

- “Όταν σε ζήτησα γιατί δε γύρισες πίσω;”, διέκοψε ο “αρραβωνιαστικός” τη θεία μ΄ έντονο ύφος.

- “Γιατί είχαν περάσει δύο μήνες από το χωρισμό μας. Ήμουνα ξανά πίσω στην Αθήνα και είχα προσπαθήσει να φτιάξω ξανά τη ζωή μου. Είχα καινούργιους φίλους και ένα νέο δεσμό. Δεν μπορούσα να του πω: γειά σου κύριε, εγώ τώρα θα φύγω, θα πάω να συναντήσω τη μεγάλη μου αγάπη! Γι΄αυτό το λόγο, κατάλαβες τώρα;” , απάντησε η θεία στην πρόκληση του “αρραβωνιαστικού” και επικράτησε για λίγο σιωπή.

- “Χάσαμε όμως πάρα πολλά, το ξέρεις! ”, είπε και η φωνή του ήταν πολύ θλιμμένη.

Η θεία Χάρη έβαλε τα κλάματα και μέσα στο λυγμό της σηκώθηκε άτσαλα από την καρέκλα. Ρίχνοντας όλα τα ποτήρια που ήταν πάνω στο τραπέζι, το παραμέρισε και έπεσε στην αγκαλιά του άντρα που είχε αγαπήσει κάποτε και που αγαπούσε πάντα.

- “Εντάξει” είπε σαν να είχε μόλις ομολογήσει κάτι πολύ κρυφό και συγκατατέθηκε μ΄ αυτόν τον τρόπο στο γάμο που της είχε προτείνει ο “αρραβωνιαστικός”.

Αποφάσισαν να παντρευτούν αμέσως. Έτσι οι γάμοι της θείας μου με τον “αρραβωνιαστικό” και της αδελφής μου με τον Τάκη θα γίνονταν ταυτόχρονα. Σε τρεις ημέρες…..

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image139.gif (1247 bytes)

ο χορός της κοιλιάς

Ωραία, πάρα πολύ ωραία! σκέφτηκα κι εκείνη τη στιγμή έπρεπε να ανακεφαλαιώσω αναγκαστικά, για να μη χάσω τα λογικά μου.

Τι μέρα ήταν;

Δευτέρα.

Τι ώρα;

Εννέα και μισή το πρωί.

Τι είχε γίνει χτές;

Η θεία Χάρη αποφάσισε να παντρευτεί τον “αρραβωνιαστικό”.

Τι είχε γίνει προχτές;

Η αδελφή μου απείχθει και αναγκάστηκε με την απειλή των όπλων να δεχτεί την πρόταση γάμου του Τάκη.

Τι είχε γίνει πριν από πέντε ημέρες;

Είχε εμφανιστεί ο πατέρας μετά από έξι χρόνια αδιάκοπης παρουσίας στον κόσμο των νεκρών.

Κι εγώ;

Σε οκτώ μέρες ήταν γραπτό να πεθάνω μαζί με την αδελγή μου και την θεία Χάρη!

 

Πάρα πολύ ωραία! Τουλάχιστον είχα βάλει μια τάξη στη ζωή και στο θάνατό μου. Τώρα μπορούσα να πάω ξένοιαστη για ψώνια.

Φορτωθήκαμε στην κλούβα και κατεβήκαμε στο κέντρο της πόλης. Ο πατέρας μαζί με τον “αρραβωνιαστικό”, που στο εξής θα ονομάζεται “γαμπρός”, πήγαν αρχικά για να διαλέξουν κουστούμι. Η αδελφή μου, η θεία Χάρη, ο Τάκης κι εγώ ξεκινήσαμε ένα μαραθώνιο. Ο Τάκης κυλούσε το καροτσάκι μου κι εγώ ένοιωθα το ηλίθιο χαμόγελό του σαν δαμόκλειο σπάθη να κρέμεται πάνω από το κεφάλι μου. Πήγαμε για φορέματα, παπούτσια, ζώνες, χρυσαφικά, πίτσα, παγωτό, κρέμες προσώπου, και ξαφνικά…

Περνώντας έξω από την τράπεζα, ένας ψηλός γεροδεμένος άντρας πετάχτηκε κι έπεσε με δύναμη πάνω στον Τάκη. Ο ηλίθιος κρατήθηκε από το καροτσάκι μου, για να μην τσακιστεί. Όχι μόνο δεν κατάφερε να κρατηθεί όρθιος, αλλά παρέσυρε κι εμένα στην τρελή και αδέξια πτώση του. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο ψηλός γεροδεμένος άντρας άρχισε να στροβιλίζεται ακριβώς πάνω από τα κεφάλια μας, που φιλούσαν το πάτωμα. Γύρισα και τον κοίταξα. Ήταν απίστευτο! Έκανε κύκλους γύρω από τον εαυτό του, από τη μέση και κάτω στρεφόταν με τη φορά των δεικτών του ρολογιού, ενώ από τη μέση και πάνω στρεφόταν αντίθετα με απίστευτη ευκινησία. Τέλεια κίνηση! Θα τη ζήλευαν και οι πιο έμπειρες Αιγύπτιες χορεύτριες της κοιλιάς. Τι θαύμα! Σαν να είχε μία και μοναδική άρθρωση, όπως ο καρπός του χεριού, στη θέση της μέσης του.

Μία, δύο, τρεις,….,επτά στροφές, επτά αφύσικες συσπάσεις ενός σώματος, που έμοιαζε να θέλει να σπάσει στα δύο. Κι έτσι ακριβώς έγινε! Μπροστά στα έκπληκτα μάτια της αδελφής μου και της θείας Χάρης (κάμερα από ψηλά και από απόσταση) και το θαυμασμό το δικό μου και του Τάκη (κάμερα από χαμηλά και πολύ-πολύ κοντά) ο ψηλός γεροδεμένος άντρας έσπασε στα δύο, σαν αγγούρι, κι έσκασε στο πεζοδρόμιο κουκουλωμένος με την καπαρντίνα του. Μετά ξεφούσκωσε και δύο κοντοί χοντροί άντρες γλίστρησαν σαν ποντίκια κάτω από την καπαρντίνα κι εξαφανίστηκαν τρέχοντας. Μετά ήρθε και η τηλεόραση…..

Ήταν άλλο ένα χτύπημα του ψηλού γεροδεμένου ληστή, αυτή τη φορά χωρίς θύματα. Η είδηση ήταν ότι ο ληστής παραλίγο να συλληφθεί. Κατά την έξοδό του ένας γενναίος περαστικός σε συνεργασία με μία ανάπηρη (!!!) είχαν καταφέρει να τον ακινητοποιήσουν προσωρινά, αλλά τελικά ο ληστής κατάφερε να διαφύγει. Δυστυχώς οι γενναίοι περαστικοί είχαν γίνει κι εκείνοι άφαντοι, αλλά είχε μείνει τουλάχιστον η καπαρντίνα και το καπέλο του ληστή. ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΠΕΛΟ, ΚΙ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΚΑΠΑΡΝΤΙΝΑ ΤΑ ΕΙΔΑΝ ΟΛΟΙ, πολλές, ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥΣ.

Μόνο εμείς γνωρίζαμε την αλήθεια. Ο ψηλός γεροδεμένος ληστής ήταν στην πραγματικότητα δύο κοντοί χοντροί ληστές ο ένας καβάλα στην πλάτη του άλλου.

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image141.gif (1130 bytes)

ευχόμουν αντίθετα στη θέληση του σύμπαντος!

Περάσαμε το μεσημέρι και όλο το απόγευμα ψωνίζοντας. Απ΄ όλα τα ευτράπελα που συνέβησαν κανένα δεν ήταν τόσο αστείο όσο το περιστατικό με το ληστή. Στην επιστροφή, μέσα στο φορτηγάκι, διηγηθήκαμε την απίστευτη εμπειρία μας στον πατέρα και στον “γαμπρό” και τα χαχανητά τους κόντεψαν ν΄ αποσπάσουν την οροφή από το κυρίως σώμα του αυτοκινήτου.

- “Ο Τάκης μπαμπά πιστεύει, ότι πρέπει να ομολογήσουμε την αλήθεια στην αστυνομία!”, είπε δήθεν σοβαρά η αδελφή μου, αλλά κανένας δε βιάστηκε να γελάσει, γιατί ο Τάκης φάνηκε αμέσως πρόθυμος να υποστηρίξει την άποψη του.

- “Νομίζω πατέρα, ότι είναι μια ταπεινή πλην όμως τίμια πράξη να ενημερώσουμε τις αρχές….”

- “ΤΑΠΕΙΝΗ!”, ούρλιαξε ο πατέρας, που εκείνη τη στιγμή ξέχασε τον “όρκο σιωπής” που είχε δώσει, αλλά και το όνομά του το ίδιο. Οδηγούσε χωρίς να κοιτάει πια μπροστά του και το αυτοκίνητο πήγαινε μόνο του. Είναι “ΤΑΠΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ να τους πεις ότι γυρεύουν τρεις μήνες έναν ψηλό γεροδεμένο ληστή τραπεζών, που είναι στην πραγματικότητα δύο κοντοί χοντροί ληστές ο ένας καβάλα στην πλάτη του άλλου;;;!!! ΩΑΧΑΧΑΧΑ, ΩΧΑΧΑΧΑ!”

Αυτή τη φορά η οροφή του αυτοκινήτου δεν άντεξε, πετάχτηκε με δύναμη στον αέρα από τον πάταγο που προκάλεσαν τα χαχανητά μας κι έτσι το φορτηγάκι έγινε κάμπριο, κάτι που ονειρευόμουν χρόνια τώρα. Ο αέρας έλουζε τα μαλλιά μας και ήμαστε όλοι ξένοιαστοι εκτός από τον Τάκη και το “γαμπρό”. Ο Τάκης ήταν πολύ βλάκας για να θιχτεί και έτσι απλά αισθανόταν άσχημα που δεν τον καταλάβαινε κανένας. Ο “γαμπρός” είχε ένα πρόβλημα διαφορετικής φύσης. Κοίταζε με περιέργεια το εγκαταλειμμένο τιμόνι του αυτοκινήτου, που ο πατέρας είχε παρατήσει για ν΄ ανάψει τσιγάρο και μετά ξέχασε να το ξαναπιάσει. Το φορτηγάκι όμως, αν και ακυβέρνητο, έπαιρνε με πολύ σιγουριά τις επικίνδυνες στροφές του ανηφορικού χωματόδρομου, που οδηγούσε στο χωριό. “Τι γίνεται εδώ;”, έμοιαζε να θέλει να πει ο “γαμπρός” στον πατέρα κάνοντάς του ένα νόημα , όπως κουνάει κανείς το κεφάλι του, όταν τον ενοχλεί μια μύγα.

- “Α!, μην ανησυχείς”, είπε ο πατέρας που γελούσε ακόμη με τα προηγούμενα, “εμείς στην άλλη ζωή έχουμε τον πλήρη έλεγχο της ύλης και μάλιστα όταν….”, αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση γιατί η γλώσσα του έγινε φρουίτ ζελέ. Γούρλωσε τα μάτια του, έσβησε το τσιγάρο με δύο χτυπήματα στο τασάκι και ρεύτηκε ηχηρά και με διάρκεια.

Ο Τάκης έκανε ένα μορφασμό απέχθειας κι ο “γαμπρός” σταμάτησε τη συζήτηση σ΄εκείνο το σημείο, γιατί είχε προλάβει να βγάλει τα συμπεράσματά του. Ο πατέρας, παρόλο που ήταν ψηλός, είχε τραβήξει πολύ μπροστά την καρέκλα του οδηγού για να χωρέσουν πίσω τα ψώνια (πάρα πολλά ψώνια), που μαζί μ΄ εμάς είχαν παραγεμίσει το φορτηγάκι. Τα γόνατά του εξαιτίας της θέσης της καρέκλας ακουμπούσαν στο τιμόνι. Άρα οδηγούσε με τα γόνατα! Αυτή ήταν μια λογική εξήγηση!

Κάναμε μία ώρα να ξεφορτώσουμε τα ψώνια. Όλη την ημέρα δεν είχαμε σταματήσει να τρέχουμε και η θέα που αντικρίσαμε καθισμένοι στην αυλή του σπιτιού ήταν η καλύτερη ανταμοιβή. Ήπιαμε πολύ κρασί και φάγαμε αρχοντικά, αν και ο βασικός προμηθευτής του φαγητού μας, η αδελφή του “γαμπρού”, μας ζάλιζε με ανατριχιαστικά λεπτομερείς ερωτήσεις σχετικά με τη μόνη μέρα που πέρασε χωρίς να βρισκόμαστε εντός της εμβέλειάς της. Αναγκαστήκαμε να τις τα περιγράψουμε σχεδόν όλα, παραλείποντας βέβαια ν΄ αναφέρουμε το περιστατικό με το ληστή και την περιουσία που ξοδέψαμε στα καλλυντικά.

Ο Τάκης έγινε σύντομα φέσι, αφού ποτίστηκε από το “γαμπρό” περισσότερο κρασί από όσο μπορούσε ν΄ αντέξει (καθόλου!) και ήταν πολύ αστείο θέαμα, σωριασμένος στην καρέκλα του. Η αδελφή του “γαμπρού” ήθελε να μάθει περισσότερα, ο “γαμπρός” χάιδευε τη θεία Χάρη, που χάιδευε το “γαμπρό”, η αδελφή μου χασμουριόταν, ο πατέρας διέκοπτε συνέχεια το “γαμπρό”, για να τσουγκρίσουν τα ποτήρια τους κι εγώ τους παρακολουθούσα κι έπινα κρασί ευχόμενη χαμηλόφωνα να ζήσουν χίλια χρόνια και να με διασκεδάζουν, όπως εκείνη την ημέρα. Γνώριζα βέβαια πως ευχόμουν αντίθετα στη θέληση του σύμπαντος.

 

 

 

Image123.gif (2307 bytes)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image125.gif (1207 bytes)

η οπτική ίνα της ζωής

Την Τρίτη το πρωί, παραμονή των γάμων, ξύπνησα με σκέψεις για την εικόνα, την αίσθηση και την έννοια του θανάτου. Δεν ήταν τυχαίο άλλωστε. Εκείνη θα ήταν και η τελευταία “Τρίτη” που θα ζούσα. Σε μία εβδομάδα ακριβώς, όπως ήταν γραπτό, θα πέθαινα. Ο θάνατος σκέφτηκα “είναι σαν ένα χαλασμένο γλυκό σοκολάτα, ίσως και λίγο χειρότερος”. Μετά άλλαξα γνώμη. Ο θάνατος σκέφτηκα “είναι ο τελευταίος σταθμός”, αλλά ούτε και εκείνη η σκέψη με ικανοποίησε. “Ο θάνατος είναι η πύλη για μια νέα ζωή”, ήταν η χειρότερη από όλες τις σκέψεις και τις θεωρίες που εξέτασα. Τελικά αφού βασανίστηκα αρκετά, κατέληξα στο ακόλουθο συμπέρασμα :

Κανένας δεν πεθαίνει μόνο μία φορά. Όλοι ζούμε μια ζωή, που στο πρώτο δίλημμα που συναντάει γίνεται δύο ή περισσότερες παράλληλες ζωές, ανεξάρτητες μεταξύ τους. Αν βρεθείς περπατώντας σ΄ ένα σταυροδρόμι τριών οδών, χωρίς να ξέρεις προς τα πού θέλεις να πας παρά μόνο ότι δεν μπορείς να μείνεις αιώνια εκεί, κι όλες οι δυνατές κατευθύνσεις τυραννάνε το μυαλό σου, τότε μια σου ζωή γυρίζει πίσω, μια άλλη πηγαίνει αριστερά και μια τρίτη δεξιά. Έτσι εκείνη η ζωή σου που στάθηκε στο σταυροδρόμι, έγινε τρεις ανεξάρτητες ζωές που κύλησαν παράλληλα. Αυτή η διάσπαση εξακολουθεί για κάθε νέα ζωή. Υπάρχει ένας κόσμος για οποιαδήποτε δυνατή επιλογή, σε κάθε δίλημμα, κάθε ζωής στο σύμπαν. Αν βρίσκεσαι μαζί με κάποιον άλλο στο σταυροδρόμι και θεωρήσουμε ότι και οι δύο πρέπει να κινηθείτε, τότε γεννιούνται εννέα νέοι κόσμοι. Από μια δεδομένη κατάσταση : “δύο άνθρωποι σ΄ ένα σταυροδρόμι τριών οδών” και μία ανάγκη : “να κινηθούν”, ο αρχικός κόσμος της δεδομένης κατάστασης παράγει εννέα νέους κόσμους βάσει της ανάγκης κίνησης. Σε τρεις από αυτούς βαδίζεις δίπλα στον άλλο, ενώ στους υπόλοιπους έξι βαδίζετε προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Και οι εννέα κόσμοι υπάρχουν και σαν νήματα ξετυλίγονται ο ένας παράλληλα στον άλλο. Αν είναι γραπτό να συνταξιδέψετε, αυτό το πεπρωμένο μπορεί να συμβεί μόνο στους τρεις από τους εννέα κόσμους και η δύναμή του σε οδηγεί να ακολουθήσεις έναν από αυτούς. Ο ρόλος του πεπρωμένου τελικά, είναι εκείνος της πορείας σ΄ ένα χάρτη, ή καλύτερα, μιας δεδομένης διαδρομής στους σύνθετους παραπόταμους ενός μεγάλου ποταμού που ακολουθείς. Άλλες σου ζωές ακολουθούν διαφορετικές διαδρομές, εσύ όμως δεν μπορείς να τις αντιληφθείς. Το πεπρωμένο είναι ένα “ταχύ οδοιπορικό”, μια πορεία, που την πιστεύεις, την ακολουθείς και τελικά εκπληρώνεις τους στόχους της. Όμως όλοι οι στόχοι υπάρχουν ήδη και σε περιμένουν να τους ακουμπήσεις. Ο άνθρωπος πεθαίνει κάθε χρόνο, κάθε μήνα, καθημερινά και κάθε στιγμή μία από τις ζωές του πεθαίνει και μία άλλη συνεχίζει να ζει γεννώντας δύο κόσμους, εκείνο τον κόσμο που περιέχει τον πεθαμένο άνθρωπο και τον άλλο κόσμο που περιέχει το ζωντανό άνθρωπο. Θρηνούμε το θάνατο των άλλων και εκείνοι θρηνούν το δικό μας θάνατο την ίδια στιγμή, με την ψευδαίσθηση ότι κάποιοι είναι ζωντανοί, ενώ οι άλλοι νεκροί. Κανένας δεν πεθαίνει μόνο μία φορά.

Αυτή η σκέψη ήταν αρτιότερη και σίγουρα ειλικρινέστερη από τις θεωρίες του “γλυκού σοκολάτα”, του “τελευταίου σταθμού” και της “πύλης”. Μπορούσα πια να ζήσω την τελευταία μου “Τρίτη” και ολόκληρη την τελευταία μου εβδομάδα χωρίς ψευδαισθήσεις.

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image127.gif (1296 bytes)

συζήτηση μεταξύ αδελφών

Μόλις ξύπνησε η αδελφή μου, πήρε με βία το χέρι του Τάκη από πάνω της και το πέταξε από την άλλη μεριά του κρεβατιού. Ο Τάκης βέβαια συνέχισε να κοιμάται ατάραχος, αν και το γντούπ! που προκάλεσε η σύγκρουση του καρπού του χεριού του με το ξύλο του κρεβατιού θα του άφηνε σίγουρη μελανιά.

- “Μπόρεσες καθόλου να κοιμηθείς με τη φασαρία που κάνει αυτός ο ηλίθιος;”, με ρώτησε η Μαρία που μιλούσε για το ροχαλητό του μέλλοντος συζύγου της. “Μα τι ζώον..!”, συμπλήρωσε και τον κοίταξε, όπως κοιτάμε τα πατημένα γατάκια στο δρόμο.

- “Με απασχολούσαν άλλα πράγματα”, της απάντησα και συνέχισα χωρίς να περιμένω να με ρωτήσει ποια ήταν αυτά τα πράγματα. “Όταν είσαι σ΄ ένα σταυροδρόμι και αποφασίζεις να πας δεξιά και όχι αριστερά, τότε τι συμβαίνει;”, τη ρώτησα.

- “Δεν είσαι Κ.Κ.Ε. !”, μου απάντησε και ταυτόχρονα χασμουρήθηκε.

- “ΟΧΙ, όχι….”, τη διέκοψα αυστηρά, “εννοώ αν πιστεύεις, ότι το ενδεχόμενο να πήγες αριστερά έχει διαγραφεί οριστικά από την ιστορία του σύμπαντος!”.

- “Τι θες να πεις ρε αδελφούλα..;”, ήταν μία αναμενόμενη απάντηση από κάποια που κοιμήθηκε μια ολόκληρη νύχτα αγκαλιά με τον Τάκη.

- “Θέλω να πω, ότι εσύ μπορεί να ΝΟΜΙΖΕΙΣ ότι πήγες δεξιά και τελείωσε, όμως σε μια άλλη ζωή πήγες αριστερά. Πήγες δηλαδή και προς τη μία και προς την άλλη κατεύθυνση ταυτόχρονα και παράλληλα!”

- “Αν σκοτώσω τον Τάκη αυτή τη στιγμή μ΄ αυτό το βαρύ τασάκι, υπάρχει περίπτωση ο καριόλης να εξακολουθεί να ζει σε μια άλλη παράλληλη ζωή και να μου τα σπάει κι εκεί !..!..;;”, με ρώτησε η Μαρία εκπορνεύοντας τη συζήτηση.

Δε συνέχισα τις σκέψεις μου. Ντυθήκαμε και βγήκαμε έξω από το δωμάτιο. Μέσα σ΄αυτό ο Τάκης άρχιζε αμυδρά να αισθάνεται ότι ζούσε σ΄ ένα κόσμο όπου το δεξί του χέρι είχε ένα μακρουλό μώλωπα που πονούσε όλο και περισσότερο. Σε έναν άλλο κόσμο, ήταν ήδη νεκρός και το ωραίο αλαβάστρινο τασάκι σπασμένο στα δύο.

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image129.gif (1241 bytes)

το τριήμερο μεθύσι

Στην αυλή συναντήσαμε τον πατέρα και το “γαμπρό” να πίνουν ρακές, ατενίζοντας τα ψηλά βουνά που υψώνονταν απέναντι τους. Τους ακολούθησα αμέσως στο ποτό χωρίς να πιω καφέ κι έκανα ένα γλυκό μεθύσι πριν ακόμη μεσημεριάσει. Δεν ξεμέθυσα ως και το πρωί της Παρασκευής. Τρεις ολόκληρες μέρες και νύχτες ήμουνα χαλαρωμένη, από το οινόπνευμα που κυλούσε στις φλέβες μου. Κοιμόμουν λίγο τα βράδια και όταν ξυπνούσα ήμουνα ακόμη ζαλισμένη. Έπιανα αμέσως το ποτό, ρακές ως το απόγευμα, μικρό διάλειμμα και μετά γλυκό ντόπιο κρασί, ως αργά το βράδυ. Όλα ήταν σαν σε όνειρο, οι άνθρωποι, οι φωνές τους, οι μετακινήσεις και τα συναισθήματα. Τα γεγονότα αποτυπώθηκαν στη μνήμη μου απομονωμένα, σύντομες διακριτές εικόνες και στιγμές είναι ότι μου έμεινε από τις τρεις εκείνες ημέρες, της παραμονής, της ημέρας του γάμου και της επόμενης.

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image131.gif (1271 bytes)

η παρθενιά

Θυμάμαι την αδελφή μου και τη θεία Χάρη καθισμένες το απόγευμα της παραμονής του γάμου πλάι στην αυλή και τη δυνατή φωνή της αδελφής μου.

- “ΑΔΥΝΑΤΟΝ !”, φώναξε η Μαρία. Κύλησα αμέσως με το καροτσάκι μου κοντά στο πηγαδάκι που είχαν στήσει, κουτσομπολεύοντας χαμηλόφωνα ως εκείνη τη στιγμή τους εκατοντάδες καλεσμένους του “γαμπρού”, που έφταναν από την παραμονή του γάμου αδιάκοπα και με κάθε μέσο στο χωριό.

Τα μάτια της αδελφής μου έλαμπαν και οι φλέβες πετάγονταν από το μακρύ λαιμό της, ενώ η θεία Χάρη είχε σκύψει το κεφάλι με τα κατακόκκινα μάγουλα.

- “ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΘΕΝΑ, Η ΘΕΙΑ ΧΑΡΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΘΕΝΑ, ΣΑΡΑΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΘΕΝΑ…!!!”, μου είπε η Μαρία χαμηλόφωνα, αλλά με πολύ έντονο ύφος και με την ίδια λάμψη στα μάτια που έκανε όλους τους άλλους να αναρωτηθούν, τι ήταν αυτό το “ΑΔΥΝΑΤΟ”, που μόλις μου είχε εκμυστηρευτεί.

- “Τίποτα, τίποτα, κάντε τη δουλειά σας”, είπα στον πατέρα, που είχε μόλις ρωτήσει να μάθει τι συμβαίνει. Πίσω του ο “γαμπρός” είχε τεντώσει κι εκείνος τα αυτιά του, μπας και μας κλέψει καμιά λέξη.

Έβαλα τα γέλια και χτύπησα τη θεία στην πλάτη, χωρίς όμως να την κάνω να με κοιτάξει. Κρατούσε το κεφάλι σκυφτό και τα μάτια της καρφωμένα στο κέντρο της γης.

- “Την πονηρή!”, συμπλήρωσε η αδελφή μου και ένωσε το γέλιο της με το δικό μου. “Καλά κι όλους αυτούς που μας παρουσίασες τόσα χρόνια τι τους έκανες ρε θεία, νο κούκου;” ρώτησε χωρίς να πάρει απάντηση.

Ο πατέρας και ο “γαμπρός” θεώρησαν ότι μιλούσαμε για κάτι δίχως σημασία και συνέχισαν τη συζήτηση για το παράνομο κυνήγι του λαγού και τη λαθροθηρία γενικότερα. Το πείραγμα εξελίχθηκε σε σοβαρή συζήτηση με τη συμμετοχή και της θείας. Η αδελφή μου επέμενε ότι η θεία έπρεπε να μην πει τίποτα στο “γαμπρό” και μόλις θα γινόταν η πράξη, αν υπήρχαν πολλά αίματα, να του έλεγε ότι αδιαθέτησε. Εγώ ήμουνα αντίθετη και πίστευα πως έπρεπε να του έλεγε την αλήθεια από την αρχή.

- “Έτσι κι αλλιώς θα το καταλάβει” είπα στο τέλος, για να εδραιώσω την άποψη μου και τότε πήρε το λόγο η θεία.

- “Καλά, καλά, δεν είμαι και εντελώς άπειρη”, είπε και σήκωσε επιτέλους τα μάτια της από το χώμα για να μας κοιτάξει. Αυτή η φράση της ξέφυγε κάπως δυνατά, αλλά ευτυχώς, ο πατέρας με το “γαμπρό” αν και γύρισαν προς το μέρος μας δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τι ακριβώς είχε ειπωθεί. “Έχω κάνει μερικές φορές και τέτοιο, πώς το λένε μωρέ, απ΄ αυτό, ….στοματικό !”

- “Αααα!”, αναφωνήσαμε ταυτόχρονα με τη Μαρία και κουνήσαμε όλο νόημα τα κεφάλια μας.

- “Και τέτοιο, απ΄αυτό…”, συνέχισε τα μασημένα λόγια και τις σπασμωδικές κινήσεις η θεία, “από το…. από πίσω μωρέ, δύο φορές, το τέτοιο, …πρωκτικό !”

- “ΑαααΑααα!”, αναφωνήσαμε με την αδελφή μου και αμέσως μετά ξεσπάσαμε και οι τρεις σ΄ ένα ασταμάτητο, υστερικό γέλιο.

Τελικά αποφασίσαμε με τη Μαρία, ότι η θεία Χάρη ήταν αρκετά έμπειρη για να το σκεφτεί και ν΄ αποφασίσει μόνη της, τι θα κάνει.

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image133.gif (1192 bytes)

ο χορός

Το βράδυ της παραμονής του γάμου, ολόκληρη η πλατεία του χωριού είχε μετατραπεί σ΄ ένα τεράστιο κέντρο διασκεδάσης. Δέκα σειρές τραπέζια απλώνονταν από τη μία άκρη στην άλλη, σ΄ ένα τεράστιο τσιμπούσι με τη συμμετοχή δύο χιλιάδων ανθρώπων. Στο κέντρο της πλατείας, στο τραπέζι των γαμπρών, κάθονταν τα δύο ζευγάρια, οι συγγενείς του “γαμπρού” και του Τάκη κι εγώ μαζί με τον πατέρα. Οι πιατέλες με τα κατσίκια και οι νταμιτζάνες με το κρασί περνούσαν πάνω από τα κεφάλια μας σαν βροχή μετεωριτών.

Μέσα κι έξω από το καφενείο, περισσότερες από εκατό γυναίκες, κάτω από την αρχηγία της αδελφής του γαμπρού, έβαζαν κρασί στις νταμιτζάνες, τροφοδοτούσαν τις αναρίθμητες ψησταριές και γέμιζαν κι άδειαζαν τους φούρνους και τα τηγάνια. Ήταν μία τιτάνια προσπάθεια, που είχε δύο κεντρικές δυσκολίες: αρχικά να καταφέρουν οι γυναίκες να συνεννοηθούν μεταξύ τους κι έπειτα να μπορέσουν να ταΐσουν και να ποτίσουν τον κόσμο. Παρόλη αυτή την αναταραχή κανένας δεν έδειχνε να βιάζεται κι έτσι όλοι ήταν ευχαριστημένοι, οδηγώντας το γλέντι στην κορύφωσή του, όσο πλησίαζαν τα μεσάνυχτα.

Η ορχήστρα είχε αναλάβει τον κεντρικό ρόλο μαζί με το κρασί. Λεβέντικα τοπικά τραγούδια πυροδοτούσαν με τους πολεμικούς τους ρυθμούς τα πνεύματα και τα πολυβόλα γέμιζαν μολύβι τον ουρανό, κροταλίζοντας ασταμάτητα. Δεκάδες χιλιάδες σφαίρες συνοδεία καπνού, δημιουργούσαν την εικόνα άστρου που εκρηγνυόταν στο κύκνειο άσμα του. Τα πόδια των χορευτών χτυπούσαν δυνατά το μοναδικό συντονισμένο ήχο, που σαν μαγεμένος, έδινε ουσία και νόημα σ΄ όλους τους άλλους ακατάσχετους και άρρυθμους ήχους.

Παρασυρμένη απ΄ αυτή την ατμόσφαιρα, σήκωσα το ποτήρι, που μόλις μου είχε γεμίσει κάποιος περαστικός από μία κανάτα και το κατέβασα ολόκληρο, με μία γουλιά. Εκείνος με πρόσεξε πριν προχωρήσει μακριά και γύρισε πίσω. Γέμισε ξανά το ποτήρι μου κι εγώ το έκανα πάλι μία γουλιά και ξανά και ξανά, ώσπου η κανάτα αδειανή, εκτοξεύτηκε από τα δυνατά του χέρια στον αέρα κι έγινε σκόνη από τις σφαίρες που σκόπευσαν για μια στιγμή όλες πάνω της. Το κροτάλισμα των όπλων φούντωσε μονομιάς και δεν μπόρεσα να συνειδητοποιήσω τι ήταν το παράξενο συναίσθημα, που ένοιωσα όταν ο περαστικός άντρας που προηγούμενα με κερνούσε κρασί, με πήρε στα χέρια του, με σήκωσε ψηλά και οδηγώντας με στην ολόφωτη πλευρά της πλατείας με χόρεψε στα όρια ενός στενού κύκλου που σχημάτισαν οι υπόλοιποι χορευτές. Χτυπούσε το δεξί του πόδι δυνατά, μία, δύο, τρεις φορές ασταμάτητα, το μισό μου σώμα σείονταν από την ηδονή και το άλλο μισό, κάτω από τα χέρια του που μου κρατούσαν τη μέση ψηλά, ταλαντευόταν στο ζωηρό του ρυθμό, μία, δύο, τρεις, δυνατά, μια κραυγή βγήκε από το στόμα μας, “ΕΕΕΕ Ι Ι Ι…!” και τα χέρια μου άνοιξαν ψηλά, πολύ πάνω από τα κεφάλια μας, ν΄ αγκαλιάσουν τον ουρανό.

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image135.gif (1244 bytes)

οι γάμοι

Μέσα στη γενική παραζάλη, ο “γαμπρός” και ο Τάκης υποδέχτηκαν τις γυναίκες τους στο εκκλησάκι του χωριού, στην άκρη της πλατείας και τις παντρεύτηκαν. Το εκκλησάκι ήταν τόσο μικρό, που χωρούσε μόνο τα δύο ζευγάρια, τον κουμπάρο, τους παράνυμφους και τους παπάδες, όλοι οι άλλοι στεκόμαστε απ΄ έξω. Η αδελφή του “γαμπρού”, που τη στιγμή του γάμου στεκόταν στα σκαλιά της εκκλησίας, δε θα το συγχωρέσει ποτέ στον αδελφό της. “Δεν έπρεπε να βάλει τόσο χοντρά παρανυφάκια”, έλεγε και ξανάλεγε. “Αν τα παρανυφάκια ήταν μικροκαμωμένα θα χωρούσαμε κι εμείς μέσα στην εκκλησία, αλλά διάλεξε αυτούς τους δύο χοντρούς!”. Μιλούσε για τους δύο κοντούς χοντρούς φίλους του “γαμπρού” που κρατούσαν τα νυφικά της αδελφής μου και της θείας Χάρης. Για τα ίδια παρανυφάκια, λίγο πριν το γάμο, είχε παράπονα και ο Τάκης. “Αδύνατον!, πώς είναι δυνατόν!, δύο εγκληματίες, τα δύο κομμάτια του ψηλού γεροδεμένου περιβόητου ληστή των τραπεζών να είναι παρανυφάκια στο γάμο μου με την αγάπη μου, ΑΠΑΠΑΠΑΠΑ!”. Ο κουμπάρος, ο “αδύνατος δολοφόνος βοσκός” ήταν όλο χαρά. Βλέποντας το κολλημένο χαμόγελό του στην πλήρη του ανάπτυξη (ένα, ένα αστραφτερό δόντι) και τα χαζά του κουνήματα χαράς (μικρά πηδηματάκια και τρεμουλιάσματα σαν από σύγκρια) καταλάβαινα όλο και περισσότερο τους λόγους, που τον συνέδεαν με τον “Τάκη“ σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εγκληματήσει για χάρη του και να χαντακώσει την αδελφή μου (για επτά ημέρες, μετά αντίο!).

Οι ζητωκραυγές του πλήθους, οι πιστολιές, τα πολυβόλα, τα σακιά με το ρύζι που έρεε απο τα μαλλιά στα βρακιά και από εκεί στα παπούτσια μας, ήταν τα βασικά στοιχεία της σκηνής της εξόδου των παντρεμένων πια ζευγαριών από το εκκλησάκι. Κάποιος πάτησε την αδελφή του “γαμπρού”, που στο εξής θα ονομάζεται “θείος”, κάποιος άλλος άκουσε από εκείνη τα χειρότερα λόγια για τη μητέρα του, κάποιος πυροβόλησε το σταυρό της εκκλησίας, κάποιος άλλος τον έφαγε στο κεφάλι, κάποιος τηλεφώνησε στην αστυνομία, άλλος στο νοσοκομείο…. Χάος! Κι όμως, μετά από λίγο, μαγικά όλα ηρέμησαν…..

Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και η ορχήστρα είχε αναλάβει ξανά τα καθήκοντά της. Το γλέντι της προηγούμενης επαναλήφθηκε με μεγαλύτερη ένταση και ευφορία. Άλλος συγχωρεμένος και άλλος δεμένος με γάζες, όλοι οι καλεσμένοι διασκέδαζαν για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα και νύχτα στο στενό κύκλο της πλατείας του χωριού, του ωραίου εκείνου χωριού.

Τα δύο “παρανυφάκια”, οι δύο κοντοί χοντροί ληστές που αποτελούσαν τον ψηλό γεροδεμένο ληστή με πλησίασαν και μου έκαναν επαγγελματική πρόταση. “Είσαι η τέλεια κάλυψη” είπε ο ένας “και γκομενάρα!” είπε ο άλλος. “Παιδιά, πέστε μου πού θα΄στε, να έρθω σε μία εβδομάδα να σας βρω”, τους είπα αλλά αμέσως κατσούφιασαν. “Άστα αυτά, γιε του ναυτικού και της υπηρέτριας, παιδί της γλάστρας και του βασιλικού, που θα δουλέψεις εμάς!”, μου είπε ο πιο κοντός από τους κοντούς (ούτε δυο πόντους πιο κοντός, αλλά έπρεπε κάπως να τους ξεχωρίζω) και με “κόλλησε στον τοίχο”. “΄Ώστε γνωρίζετε…..”, πρόλαβα να τους ψιθυρίσω με νόημα πριν με αρπάξει στην αγκαλιά του ο “κεραστής” της προηγούμενης νύχτας και με ταξιδέψει ξανά στους ρυθμούς ενός άγνωστου χορού.

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image137.gif (1221 bytes)

το σχέδιο

Το απόγευμα της επόμενης του γάμου, οι γυναίκες έστρωναν τα τραπέζια στην πλατεία του χωριού για το μεγάλο φαγοπότι νούμερο τρία. Εγώ, μαζί με τους δύο κοντούς χοντρούς ληστές και τον πατέρα, καθόμαστε κάτω από έναν πλάτανο, λίγα μέτρα έξω από το τελευταίο σπίτι του χωριού.

-“Λοιπόν Θοδωρούλα μου, τα παιδιά από ό,τι μου είπαν τα γνώρισες, ώρα να μιλήσουμε για δουλειές…!”, είπε ο πατέρας σαν νέος “Αλ Καπόνε” κι εγώ απάντησα:

-“Πρέπει να σας προειδοποιήσω ότι είμαι πίτα, πίνω εδώ και τρεις ημέρες και δεν καταλαβαίνω παρά μόνο τα εντελώς απαραίτητα!”

-“Καλά, καλά”, είπε ο ψηλότερος από τους κοντούς χοντρούς ληστές, “θα σου πούμε μόνο τα απαραίτητα….”

Το σχέδιο τους ήταν απλό και είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή, πολλές μέρες πριν, χωρίς να το γνωρίζω.

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image139.gif (1247 bytes)

φινάλε

Απόσπασμα από τον ημερήσιο τύπο:

Συνελήφθηκε από την αστυνομία ο καθηγητής των αγγλικών Απόστολος Πολυκανδριώτης. Ο Πολυκανδρι-ώτης που καταδιωκόταν για τρομοκρατικές ενέργειες, ληστεία, και ανθρωποκτονία πριν από έξι χρόνια, θεωρήθηκε νεκρός όταν συνετρίβει το αεροσκάφος στο οποίο φερόταν ότι επέβαινε μαζί με τη γυναίκα του. Μαζί του συνελήφθηκαν ως συνένοχοι στα εγκλήματά του οι κόρες του Θεοδώρα και Μαρία, η κουνιάδα του Χάρη και δύο άντρες χαμηλού αναστήματος και άγνωστης προς το παρόν ταυτότητας, ενώ αναζητάται η γυναίκα του, καθηγήτρια των γαλλικών, αφού ο θάνατος της επανεξετάζεται. Η σύλληψη του Πολυκανδριώτη οφείλεται στην αφελή παρουσία του ίδιου πριν μία εβδομάδα σε τηλεοπτική εκπομπή, που κίνησε τις υποψίες της αστυνομίας και μετά από εντεταμένες έρευνες οδήγησε στον εντοπισμό του.

Η οικογένεια των εγκληματιών οδηγήθηκε στη φυλακή εκτός από την μεγαλύτερη κόρη, τη Θεοδώρα Πολυκανδριώτη που φέρει αναπηρία στα κάτω άκρα και σοβαρό ψυχολογικό τραυματισμό. Η Θεοδώρα Πολυκανδριώτη οδηγήθηκε σε ψυχιατρικό ίδρυμα ύψιστης ασφάλειας.

Οι δύο άντρες χαμηλού αναστήματος αφέθηκαν προσωρινά ελεύθεροι “λόγω αμφιβολιών”.

 

 

Στην αυλή του ψυχιατρικού ιδρύματος:

Ο αστυνόμος Απόστολος και ο γιατρός Παύλος περπατούσαν με αργά βήματα και συζητούσαν.

-“Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι μας δουλεύει!”, είπε ο αστυνόμος Απόστολος στο γιατρό Παύλο που του απάντησε, χωρίς δισταγμό:

-“Είναι ένα κακομαθημένο κοριτσάκι, που κατά τη γνώμη μου έχει πλήρη συνείδηση. Και όχι μόνο αυτό, αλλά εκμεταλλεύεται και την ίδια της την αναπηρία προκειμένου να μας κάνει να την συμπονέσουμε. Είναι ένα τέρας, ένα έκτρωμα της φύσης.”

-“Μπορεί όμως να υπάρχει κάποια αλήθεια στα λόγια της;” , απόρησε ο αστυνόμος Απόστολος. Ο γιατρός Παύλος, δε βιάστηκε να του απαντήσει, ώσπου σε μια στιγμή κοίταξε πρός τον ουρανό, μετά στο χώμα, έπειτα ίσια μπροστά στα μάτια του αστυνομικού και του είπε:

-“Άκουσέ με κι έπειτα μου απαντάς εσύ. Αν λέει αλήθεια για τους δύο κοντόχοντρους, που άφησες ελεύθερους, τότε η αστυνομία και η τηλεόραση είναι πραγματικά και χωρίς καμία αμφιβολία ηλίθια στη λειτουργία τους όργανα και επομένως εσύ, που είσαι αστυνόμος και υπεύθυνος της υπόθεσης είσαι ηλίθιος εξίσου. Αν λέει αλήθεια για τον πατέρα της, που γύρισε ας υποθέσουμε από τον άλλο κόσμο με μαγικές ικανότητες και όρεξη για πλάκα, τότε αναθεωρείται -αν όχι γελοιοποιείται- οριστικά η επιστήμη, όπως τη θεωρούμε σήμερα, άρα κι εγώ, ως επιστήμονας και προσωπικός της γιατρός, γελοιοποιούμαι εξίσου. Τι πιστεύεις ότι λέει λοιπόν, την αλήθεια, ή ψέματα;”

-“Έλα μωρέ, το ψώνιο που θα δουλέψει εμάς, ψέματα λέει η τρελάρα!”, είπε και γέλασε σαρκαστικά όπως και ο άλλος.

Το βαρύ γέλιο των δύο ανδρών προστέθηκε στο βάρος του χώματος που θα τους σκέπαζε, σε πολύ λιγότερο χρόνο από όσο οι ίδιοι φαντάζονταν. Το χρόνο που μετριέται με τις χρονικές κλίμακες που διέπουν τα γεγονότα στο σύμπαν και όχι εκείνο το χρόνο που καταγράφουν τα ελβετικά ρολογάκια. Τον άγνωστο χρόνο.

 

 

Στο δικαστήριο, απόσπασμα από την εισήγηση του εισαγγελέα:

[………….Η οικογένεια αυτή των εγκληματιών, όχι μόνο τρομοκράτησε την κοινωνία μας, αλλά γελοιοποίησε και τους θεσμούς της. Με τις καταθέσεις τους κατά τις οποίες ο πατήρ και η πρεσβυτέρα κόρη δεν δίστασαν ακόμη και να ερυγγαστούν, κοινώς να “ρευτούν”, πολλάκις και μάλιστα ενώπιον του σεβαστού τούτου δικαστηρίου, υποστήριξαν ότι η αστυνομία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, άρα κατ΄ επέκτασην και το ίδιο το κράτος είναι όργανα γελοία. Κατέταξαν τον εαυτό τους στην ομάδα των αθανάτων, γελοιοποιώντας τη θρησκεία μας και την ίδια μας την εκκλησία.

Όμως τα πράγματα δεν έγιναν έτσι, δεν μπορεί να έγιναν έτσι, όπως τα περιγράφουν αυτοί οι στυγνοί εγκληματίες και ίσως δεν θα είχα κανένα λόγο να δώσω εξηγήσεις πέραν ίσως της επαγγελματικής συνείδησης που με προστάζει. Οι άνθρωποι αυτοί, σκοπίμως και με τα μέσα της υψηλής τεχνολογίας που η Θεοδώρα Πολυκανδριώτη γνωρίζει να χρησιμοποιεί με ασυνειδησία, ξεγέλασαν τους συνανθρώπους τους τοποθετώντας το ζεύγος Πολυκανδριώτη σε λίστα επιβατών αεροσκάφους που κατέπεσε, με σκοπό την εικονική τους θανάτωση. Αυτό είχε τεράστια επίδραση στο έργο της αστυνομίας, αφού οι έρευνες για τον Πολυκανδριώτη σταμάτησαν και οι συνεργοί του στα εγκλήματά του ξέφυγαν των επιπτώσεων, που θα είχε η ολοκλήρωση των ερευνών και η τελική σύλληψη του Πολυκανδριώτη………….]

[………….Η περίπτωση της Θεοδώρας Πολυκανδριώτη είναι ιδιάζουσα, αλλά η εισαγγελία δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει με συμπόνια, αντίθετα βλέπει στο πρόσωπό της τον κεντρικό υπεύθυνο, το μεγάλο επικίνδυνο εγκληματία της θλιβερής αυτής ιστορίας. Δεν είναι κυρίες και κύριοι ο Πολυκανδριώτης τόσο επικίνδυνος, όσο επικίνδυνη είναι η κόρη του Θεοδώρα, αυτό το ον, που δεν διστάζει να εκμεταλλευτεί την αναπηρία της και να υποβιβάσει τη νοημοσύνη όλων μας. Επαναλαμβάνω ακριβώς τα λόγια της, με την δική της αλαζονεία, που διέπει όλη της την κατάθεση: “Ήταν γραπτό να πεθάνουμε όλοι σε δύο εβδομάδες και ο πατέρας επέστρεψε από τον άλλο κόσμο για να μας προετοιμάσει!” Αν είναι δυνατόν! Και τότε δεσποινίς μου γιατί βρίσκεστε ακόμη εδώ, δύο χρόνια μετά, σ΄ αυτή τη δίκη ολοζώντανη στο εδώλειο τούτου του σεβαστού δικαστηρίου; Και η απάντηση, πολύ απλή……“Σ΄ αυτή τη ζωή βρίσκομαι εδώ, ζωντανή απέναντι σας, όμως σε μια άλλη παράλληλη ζωή, είμαι νεκρή, όπως ακριβώς είχε προβλέψει ο πατέρας”. Και ποιος είναι επιτέλους δεσποινίς μου ο πατέρας σας, Ο ΘΕΟΣ, γιατί εκεί θα καταλήξετε όπως το πάτε………….]

[………….Ρωτήθηκε σ΄αυτό το σεβαστό δικαστήριο: Γιατί εκμηδενίζει τις αρχές και τις αξίες της κοινωνίας μας; Γιατί εξεφτελίζει το κράτος και τη θρησκεία μας; Και απάντησε ακριβώς έτσι: “Το κράτος και η θρησκεία σας, αλλά και ο πολιτισμός σας, είναι καρποί που φυτεύτηκαν και άνθισαν πάνω στα σκουπίδια κάποιου προηγούμενου, ανώτερου πολιτισμού. Τα σκουπίδια του δικού σας πολιτισμού θα είναι η μήτρα που θα γεννήσει τον επόμενο, πιο βάρβαρο και παραμορφωμένο κόσμο. Κι έτσι θα γίνεται πάντα. Γι΄αυτό το λόγο, έχω γραμμένες τις ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΙΚΕΣ αρχές και τις αξίες σας. Αυτό που λέτε ζωή, ήταν ο θάνατος του προηγούμενου πολιτισμού που μεγαλούργησε σε σχέση με σας και ο θάνατος σας θα είναι η ζωή του επόμενου κόσμου, που κι αυτός θα σαπίσει…..” Ε! Όχι. Αν είναι δυνατόν!………….]

[………….Οι απαντήσεις της δεν μπορούν από κανένα να θεωρηθούν ότι ανήκουν στο “λογικό μας κόσμο”. Άλλωστε, οι φράσεις της διακόπτονταν συνεχώς από ερυγές και εμετούς, αληθινές ή προφασισμένες στομαχικές διαταραχές που έκαναν την κατάθεσή της να μοιάζει με τρελό και ασύνδετο πάζλ ανομοιόμορφων και θεματικά ξένων ψηφίδων………….]

[………….Το τελευταίο τους έγκλημα, ήταν ίσως το πιο αποτρόπαιο όλων. Τι έκαναν; Εκμεταλλεύτηκαν δύο αθώους ανθρώπους, το βιομήχανο “Τάκη-Τάκη” και τον επιχειρηματία “Θειόγαμπρο Αρραβωνιάρη” για ν΄ αποσπάσουν τα κεφάλαια και να οργανώσουν με την κάλυψη ενός θεαματικού διπλού παραδοσιακού γάμου τη μεγαλύτερη συνάντηση εμπόρων όπλων που έγινε ποτέ γνωστή. Τα αθώα αισθήματα των δύο αντρών ήταν η εγγύηση της επιτυχίας του μοχθηρού τους σχεδίου. Σ΄αυτόν το διπλό γάμο, που είχε την λαμπρότητα της παράδοσης, εκατό έμποροι όπλων όλων των φυλών του κόσμου, κρυμμένοι ανάμεσα στους δύο χιλιάδες καλεσμένους, είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν και να σχεδιάσουν τη μελλοντική τους δράση. Αν και θα τους καθυστέρησε λίγο η κλοπή των χρημάτων, που έφεραν μαζί τους για τις συναλλαγές τους, αυτοί οι άνθρωποι έχουν πια “τους ανθρώπους τους” στη χώρα μας και δε θα διστάσουν στο μέλλον να κάνουν χρήση των δημόσιων σχέσεων που σύναψαν σε εκείνο το τριήμερο “γλέντι” για να πετύχουν τους αντιανθρωπιστικούς και βάρβαρους σκοπούς τους. Τα χρήματά τους φυσικά κατέληξαν στις τσέπες της οικογένειας Πολυκανδριώτη και ακόμη αναζητούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες δίωξης οικονομικού εγκλήματος………….]

 

 

Απόσπασμα από δελτίο ειδήσεων “μεγάλου” και “έγκυρου” τηλεοπτικού δικτύου:

[………….Ο καθηγητής των αγγλικών Απόστολος Πολυκανδριώτης και η οικογένεια του στη δίκη που έγινε δύο χρόνια μετά τη σύλληψή τους, θεωρήθηκαν από το δικαστήριο ένοχοι σωρίας κατηγοριών, μεταξύ των οποίων ανθρωποκτονίας, ληστείας μετά φόνου, και κατασκοπίας και οδηγήθηκαν ξανά στις φυλακές με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Το δικαστήριο δεν έκανε δεκτό το αίτημα της παραμονής της Θεοδώρας Πολυκανδριώτη στο ψυχιατρικό ίδρυμα, όπου κρατιόταν ως τώρα και έτσι θα μεταφερθεί και εκείνη στις φυλακές. Τραγική φιγούρα της δίκης ο βιομήχανος “Τάκης-Τάκης” που ως και αυτή τη στιγμή θεωρεί την γυναίκα του Μαρία Πολυκανδριώτη αθώα. Παρόλη τη σχετική πολιτική πίεση που εικάζεται ότι ασκήθηκε στη δικαστική εξουσία από μέλη της οικογένειας του βιομηχάνου, η ποινή ήταν κοινή για όλα τα μέλη της οικογένειας Πολυκανδριώτη, καθώς και για την κουνιάδα του Πολυκανδριώτη, “Χάρη θεία” ………….]

[………….Και ενώ συμβαίνουν αυτά……. Με έκπληξη αντιμετωπίζει η αστυνομία την επανεμφάνιση, μετά από απουσία δύο ετών, του ψηλού γεροδεμένου ληστή, που κατά την εισβολή του σε κεντρική τράπεζα, αφαίρεσε σημαντικό ποσό χρημάτων από τα ταμεία. Το σύνθημα που εξαπόλυσε κατά την αποχώρηση του “Λευτεριά στον Πολυκανδριώτη!”, δεν έχει ακόμη σχολιαστεί από τα στελέχη της αστυνομίας, εικάζεται όμως ότι θα αποτελέσει πόλο νέων ερευνών για την διαλεύκανση της πιθανής σχέσης του Πολυκανδριώτη με τον ψηλό γεροδεμένο ληστή των τραπεζών………….]

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

Image141.gif (1130 bytes)

το σύνθημα

Λευτεριά στον Πολυκανδριώτη!

 

 

 

 

ΤΕΛΟΣ

 

Ο άγνωστος χρόνος ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Οκτ.1998, Αθήνα - κεφάλαιο 1 2 3 - περιεχόμενα - πληροφορίες

 

 

© κείμενα και εικόνες Ε.Μ.Σπάρταλης